ΒΙΒΛΙΟ

Ταξίδι στο παρελθόν της Μικράς Ασίας

mikrajpg1

Μπορούμε ως Ελληνες να γίνουμε αντικειμενικοί ταξιδιώτες της Μικράς Ασίας; Μπορούμε να την περιηγηθούμε χωρίς τη νοσταλγία των δικών μας για τα πατρογονικά τους, ειδικά όσοι έχουμε μια ρίζα που κάποτε απλώθηκε σε αυτό τον τόπο και ξεριζώθηκε βίαια λίγες γενιές πριν; Και τελικά, αυτό οφείλει να είναι το προσόν ενός καλού ταξιδευτή, να αποφεύγει τη συγκίνηση για να μπορέσει να μεταφέρει αποστασιοποιημένος όσα βλέπει το μάτι και ακούει το αυτί από τα μέρη που επισκέπτεται;

Στην εισαγωγή του βιβλίου του «Μικρά Ασία: Το παλίμψηστο της μνήμης» που πρόσφατα κυκλοφόρησε, ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας σημειώνει: «Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που το στοίχειωνε η μνήμη της Μικράς Ασίας.

Από εκεί είχε έρθει η γιαγιά μου, η μόνη γιαγιά που γνώρισα και που ζούσε στο σπίτι μαζί μας. Είχε γεννηθεί στη Μάκρη της Λυκίας κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και είχε φύγει κακήν κακώς, μικρό παιδί, με την Ανταλλαγή».

Αλλά εκείνη η γιαγιά, όπως και η δική μου, δεν μιλούσε πολύ για τη Μικρά Ασία. Ισως, σχολιάζει ο συγγραφέας, επειδή το ζήτημα πονούσε ακόμη. Οι ανθρωπολόγοι διαπιστώνουν στις έρευνές τους ότι το τραύμα που η Ιστορία κατέφερε στους επιζήσαντες μιας καταστροφής γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας, θέμα συζήτησης και ανάλυσης όχι από την επόμενη, αλλά από τη μεθεπόμενη γενιά. Με λίγα λόγια, οι σιωπηλοί παππούδες και οι γιαγιάδες χρειάζονται τα εγγόνια τους για να ξαναβρούν τη φωνή τους. Και να αποκτήσουν λόγο που δεν αναμασά την απώλεια, αλλά επιστρέφει στην «απαγορευμένη χώρα» της μνήμης για να αναζητήσει τους πραγματικούς της κατοίκους. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στο συγκεκριμένο βιβλίο.

Η παραμονή

Ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας είναι δημοσιογράφος, γεννημένος και μεγαλωμένος στην Αθήνα, και υπήρξε κάτοικος της Κωνσταντινούπολης, κατ’ επιλογήν, τα τελευταία 12 χρόνια. Στο προηγούμενο, επιτυχημένο και βραβευμένο βιβλίο του «Κωνσταντινούπολη: Η Πόλη των απόντων» (επίσης από τις εκδόσεις Πατάκη) μελέτησε την ιστορία, το παρόν και το αβέβαιο –όπως το ονομάζει– μέλλον των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων της Πόλης. Στη διάρκεια της παραμονής του εκεί άρχισε να ταξιδεύει «προς αυτή την απέραντη χώρα της μνήμης», και εκείνα τα πρώτα ταξίδια του στη Μικρά Ασία έδωσαν το υλικό που αποτέλεσε τη βάση του «Παλίμψηστου της μνήμης».

«Η αναζήτηση και η συνάντηση με τη Μικρά Ασία ήταν μια διαδικασία πολύ περισσότερο χρονοβόρός, επίπονη και επώδυνη από εκείνη της Κωνσταντινούπολης», λέει ο ίδιος. «Δεν είναι μόνον το βάρος του οικογενειακού παρελθόντος που συναισθηματικά με δυσκόλεψε. Ολόκληρη η πορεία της συγκεκριμένης περιοχής προς την εθνοκάθαρση για τη δημιουργία του τουρκικού εθνικού κράτους στις αρχές του 20ού αιώνα χαρακτηρίζεται από βία που μετέτρεψε τους απογόνους λαών, οι οποίοι ζούσαν εδώ επί αιώνες, σε απόντες. Συνεπώς δεν αναφέρομαι μόνον στις απώλειες της ελληνικής πλευράς, όταν μιλώ για ένα επώδυνο ταξίδι.

Εκτός αυτού, η Μικρά Ασία είναι μια περιοχή μεγάλης γεωγραφικής έκτασης, αν βέβαια θέλει κανείς να δει τον χάρτη αντικειμενικά. Οι Ελληνες συνηθίζουμε, όταν μιλάμε για αυτήν, να αναφερόμαστε στα παράλια της Ιωνίας, που φαίνεται να αποτελούν μια συνέχεια των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου ως προς το τοπίο, τον πολιτισμό, την Ιστορία. Πίσω όμως από τα δαντελωτά ακρογιάλια υπάρχει μια τεράστια ενδοχώρα, πολύ διαφορετική από όσα φανταζόμαστε ή γνωρίζουμε».

Το περιεχόμενο του βιβλίου είναι οργανωμένο σε 4 μέρη – Βιθυνία, Αιολία, Σμύρνη, Ιωνία. Πρόκειται για τέσσερα ταξίδια που έκανε ο συγγραφέας προς τους συγκεκριμένους τόπους της Δυτικής Μικράς Ασίας, το καθένα με έναν άξιο συνοδοιπόρο που επιλέχθηκε επειδή η καταγωγή, τα βιώματα ή το ερευνητικό του ενδιαφέρον προς την αντίστοιχη περιοχή θα πλούτιζαν την εξόρμηση και προφανώς το υλικό του βιβλίου.

«Ταυτίζω όλες τις πόλεις που έχω επισκεφθεί με ανθρώπους και όταν φτάνω εκεί, το πρώτο που θέλω να κάνω είναι να τους συναντήσω», λέει. «Θεωρώ ότι μέσα από τις προσωπικές τους ιστορίες προκύπτει η Ιστορία πιο απτά και αληθινά. Πιστεύω ότι ο τρόπος με τον οποίο τοποθετούνται απέναντι στα γεγονότα της ζωής τους και τις μνήμες τους είναι η καλύτερη μέθοδος έρευνας, αν θέλεις να σκαλίσεις την επίσημη Ιστορία όπως την αφηγείται κάθε χώρα.

Αν επιθυμείς δηλαδή να δεις τι κρύβεται πίσω της ή τι εσκεμμένα έχει αφεθεί απέξω». Κάτω από αυτό το πρίσμα μπορεί κανείς να αντιληφθεί επίσης την επιλογή του συγγραφέα να προσεγγίσει τη σύγχρονη Σμύρνη με βοηθούς τους εναπομείναντες Λεβαντίνους, τη «ζώσα ιστορία» της πόλης, όπως τους ονομάζει. Πρόκειται για τα γηραιά ως επί το πλείστον μέλη μιας πάλαι ποτέ κραταιάς κοινότητας καθολικών χριστιανών που συνέχισε να κατοικεί εδώ μετά την Καταστροφή του 1922.

Ελληνοφωνία

Χάρη σε αυτούς κατά κύριο λόγο η πόλη διατήρησε ισχυρή την ελληνοφωνία μέχρι τη δεκαετία του 1960. Τα σμυρναίικα, ένα γλωσσικό ιδίωμα που έχει αφομοιώσει λέξεις ελληνικές, τουρκικές, ιταλικές, γαλλικές και αγγλικές, είναι ίσως η καλύτερη απόδειξη της κοσμοπολίτικης, ανομοιογενούς ταυτότητας της Σμύρνης στα χρόνια της Μπελ Επόκ.

Τα ίχνη εκείνης της εποχής ο επισκέπτης δεν θα τα βρει στα κτίσματα, που καταστράφηκαν από τη μεγάλη πυρκαγιά του ’22 και τη φρενήρη ανοικοδόμηση που ακολούθησε. Ομως χάρη στην επιμονή του συγγραφέα και τη βοήθεια του αρχιτέκτονα Δημήτρη Θεοδωρόπουλου μπορεί να προσανατολιστεί ακολουθώντας τους χάρτες του βιβλίου, που τοποθετούν το χθες της πόλης επάνω στο σύγχρονο πολεοδομικό σχέδιο.

«Στη Σμύρνη, αν εξαιρέσουμε τον εβραιομαχαλά, ακόμη και το βράδυ που δεν υπάρχει φως, είναι πολύ δύσκολο να αποδράσεις από το τώρα και να ταξιδέψεις στο παρελθόν. Αντίθετα, η Νίκαια είναι συγκλονιστική.

Ολόκληρη η πόλη είναι ένα ζωντανό μουσείο, όπου μπορείς να διαβάσεις την περιπέτεια της Μικράς Ασίας διαμέσου των αιώνων. Οι επιστρώσεις του χρόνου, τα ίχνη της Ιστορίας που παραμένουν εμφανή στο τοπίο αυτής της ξεχασμένης κωμόπολης επιβάλλουν τις ονειροπολήσεις», λέει ο συγγραφέας. «Αρκεί να θέλουμε ακόμη να ονειροπολούμε. Αλλά κι αυτός δεν είναι ένας λόγος για να ταξιδεύουμε;».

Ενα πολυφωνικό αφήγημα…

Οποιος αναγνώστης προτιμά τις ολιγόλογες και αυστηρά δομημένες ταξιδιωτικές αφηγήσεις, που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν και ως ταξιδιωτικοί οδηγοί, δεν θα ενθουσιαστεί με το συγκεκριμένο ανάγνωσμα.

Το «Μικρά Ασία: Παλίμψηστο της μνήμης» είναι ένα ογκώδες, πληθωρικό βιβλίο που πραγματικά ξεχειλίζει από την παρουσία των ανθρώπων και τον πλούτο των πληροφοριών.

Είναι μια εκτεταμένη ανασκαφή που χρησιμοποιεί την προφορική ιστορία ως εργαλείο. Η ενδελεχής έρευνα των πηγών, συχνά από τα πρωτότυπα κείμενα των περιηγητών προηγούμενων αιώνων καθώς ο Μασσαβέτας μιλάει δέκα γλώσσες –ανάμεσα σε αυτές πορτογαλικά, εβραϊκά, περσικά και βεβαίως τουρκικά–, συνυπάρχει με τις μαρτυρίες των σύγχρονων κατοίκων της περιοχής, που ο συγγραφέας συνάντησε πολλές φορές.

Ετσι δημιουργείται ένα πολυφωνικό αφήγημα στο οποίο ο ίδιος δεν κρατάει πάντα τον βασικό ρόλο.

​​Αλέξανδρος Μασσαβέτας
Μικρά Ασία: Το παλίμψηστο της μνήμης, εκδ. Πατάκη, σελ. 792.