ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Προκαταλήψεις και δοξασίες στο Μαρόκο

Ενας άνδρας επιστρέφει έπειτα από χρόνια στην κορυφή του λόφου, όπου κάποτε έθαψε τη λεία μιας μεγάλης ληστείας. Διαπιστώνει ωστόσο πως εκεί έχει χτιστεί το μαυσωλείο του Αγνώστου Αγίου, ενώ στα πόδια του λόφου έχει αναπτυχθεί ολόκληρος οικισμός.

Το θαύμα του Αγνώστου Αγίου  ★★★½
ΔΡΑΜΑ (2019)
Σκηνοθεσία: Αλα-Εντι-Ατζέμ
Ερμηνείες: Γιουνές Μπουάμπ, Σαλάχ μπεν Σαλέχ, Μπουχαΐμπ Σεμάκ

Ο Μαροκινός συγγραφέας και σκηνοθέτης Αλα-Εντι-Ατζέμ κάνει εντυπωσιακό ντεμπούτο με ένα λιτό και γεμάτο ειρωνικό χιούμορ φιλμ, που κινείται στο όριο μεταξύ δράματος και σάτιρας, αναδεικνύοντας παράλληλα μερικούς απολαυστικούς χαρακτήρες. Ενας άνδρας επιστρέφει έπειτα από χρόνια στην κορυφή του λόφου, όπου κάποτε έθαψε τη λεία μιας μεγάλης ληστείας. Διαπιστώνει ωστόσο πως εκεί έχει χτιστεί το μαυσωλείο του Αγνώστου Αγίου, ενώ στα πόδια του λόφου έχει αναπτυχθεί ολόκληρος οικισμός. Αποφασισμένος να τα καταφέρει, αρχίζει τις προσπάθειες να ξεγελάσει τον νυχτερινό φύλακα και το πιστό λαγωνικό του, ενώ η μικρή κοινότητα αναστατώνεται.

Οπως είπαμε, η ταινία αναπτύσσεται με ξεχωριστή λιτότητα, τόσο στα εκφραστικά μέσα όσο και στους διαλόγους της. Σε έναν τόπο όπου υπάρχει μόνο σκόνη και πέτρες, όπως χαρακτηριστικά επαναλαμβάνουν όλοι, οι άνθρωποι ζουν με στερήσεις αλλά και ακλόνητη πίστη στον θεό και στους αγίους. Ακόμη και όταν ένας από αυτούς είναι «άγνωστος», σίγουρα όμως θαυματουργός και σεβαστός από τους πάντες, ενώ όλο και περισσότεροι προσκυνητές έρχονται καθημερινά για να ζητήσουν τη χάρη του. Οι προκαταλήψεις και οι δοξασίες είναι φυσικά εδώ σε πρώτο πλάνο, καθώς μεταφερόμαστε σε έναν κόσμο που ελάχιστα μοιάζει με τα γνωστά δυτικά μας πρότυπα. Με εξαιρετικά σκηνικά και φωτογραφία, ο Ατζέμ στήνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετεί τους… ιδιαίτερους χαρακτήρες του.

‘Ενας γιατρός που πίνει και μοιράζει τα ίδια χάπια στις γυναίκες, οι οποίες μαζεύονται καθημερινά στο ιατρείο για κοινωνική συναναστροφή. Ενας κουρέας που κάνει και τον οδοντίατρο. Ενας φύλακας που αγαπά πιο πολύ τον σκύλο από τον γιο του. Και δύο κλέφτες, οι οποίοι διστάζουν να βεβηλώσουν το μαυσωλείο που γνωρίζουν πως είναι απάτη. Οι περισσότεροι από όλους αυτούς δεν κατονομάζονται καν· λειτουργούν απλώς σαν ζωντανά στερεότυπα, παίρνοντας μέρος σε μια σειρά από καλοστημένες σεκάνς, που κινούνται διαρκώς στα σύνορα του σουρεαλισμού.

Μόνο η ιστορία δύο αγροτών, πατέρα και γιου, που περιμένουν μάταια τη σωτήρια βροχή, ξεχωρίζει σε ύφος και είναι αυτή που καθορίζει τελικά και το φινάλε της ταινίας. Οι δυο τους μένουν σε ένα κοντινό χωριό, το οποίο σταδιακά ερημώνει, καθώς όλοι αφήνουν τη σκληρή ενασχόληση με την άνυδρη γη, προκειμένου να κυνηγήσουν την τύχη τους στο καινούργιο χωριό που έχει στηθεί γύρω από το μαυσωλείο του αγίου. Αυτή η εικόνα του απατηλού ονείρου επαναλαμβάνεται διαρκώς στην ταινία, είτε με κωμικό είτε με τραγικό πρόσημο· όσο για τους ίδιους τους αγίους, αυτοί –και εδώ– σπανίως μπλέκονται στις ζωές των ανθρώπων.