ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ανθρωποι αξιοπρεπείς και μόνοι σε μια πόλη γεμάτη σιωπή

anthropoi-axioprepeis-kai-monoi-se-mia-poli-gemati-siopi-2065589

Το «Για Πάντα», η νέα ταινία της Μαργαρίτας Μαντά, η οποία κυκλοφορεί από αύριο στις αίθουσες, αφηγείται την ιστορία δύο ανθρώπων με φόντο την Αθήνα. Ή μήπως πρόκειται για το αντίστροφο; Προβληματισμένος από αυτό το ερώτημα, αλλά και συγκινημένος από την απλότητα και την καλαισθησία του φιλμ, επικοινώνησα με τη σκηνοθέτιδα, προκειμένου να μου εξηγήσει τη δική της οπτική. «Η ιδέα της ταινίας γεννήθηκε από την Αθήνα, αυτή είναι η αφετηρία. Για μένα η Αθήνα είναι το χωριό μου. Ταυτόχρονα τη θεωρώ μια πόλη πολύ μονάχη της, δεν αγαπιέται από τους ανθρώπους. Επιπλέον πρόκειται για μια ταινία πάνω στη σιωπή. Οι άνθρωποι είναι μόνοι και απόλυτα αξιοπρεπείς σε μια επίσης αξιοπρεπή πόλη».

Πόλη καθρέφτης

Στο «Για Πάντα» ένας σαρανταπεντάρης μηχανοδηγός του Ηλεκτρικού παρακολουθεί (και ερωτεύεται) μια γυναίκα που κάνει καθημερινά το δρομολόγιο ώς τον Πειραιά, όπου δουλεύει σε ταξιδιωτικό πρακτορείο. Μια μέρα θα αποφασίσει να της μιλήσει… Ο φακός της Μαργαρίτας Μαντά παραδίδει το αστικό τοπίο χωρίς να του χαρίζεται: η ιστορία της εξελίσσεται σε κάποια γειτονιά του Θησείου, στη διαδρομή του Ηλεκτρικού και στον χώρο γύρω από την αποβάθρα στο λιμάνι του Πειραιά. Η πόλη είναι έρημη, μοιάζει σαν καθρέφτης του εσωτερικού δράματος των πρωταγωνιστών. Οι τελευταίοι είναι δύο μοναχικοί άνθρωποι, οι οποίοι αποδίδονται με μοναδική ευαισθησία και ανθρωπιά. Μπορεί οι τόνοι να παραμένουν χαμηλοί καθ’ όλη τη διάρκεια, ωστόσο η ένταση των συναισθημάτων αυτών των χαρακτήρων είναι έκδηλη. Στην εξαιρετική σκηνή της «εξομολόγησης» μέσα στο βαγόνι, όλα τα σωρευμένα λόγια θα ειπωθούν μονομιάς.

Το τρένο και τα ποτάμια

Εκτός όμως από την Αννα Μάσχα και τον Κώστα Φιλίππογλου, που κρατούν του δύο βασικούς ρόλους, στην ταινία «συμμετέχουν» δυναμικά δύο ακόμα στοιχεία. Το ένα είναι το τρένο και το άλλο τα ποτάμια της πόλης. «Λυπάμαι που δεν έχουμε τα ποτάμια μας. Η Αθήνα είναι η μοναδική πόλη που είχε ποτάμια και τα σκέπασε. Σκεφτείτε για παράδειγμα η Μιχαλακοπούλου ή η Καλλιρρόης να ήταν ποτάμια, όπως υπήρξαν στο παρελθόν.

Ο Ηλεκτρικός από την άλλη είναι ένα ιδιότυπο σύγχρονο “ποτάμι”. Ξεκινά κι αυτός από το βουνό στα βόρεια και καταλήγει στη θάλασσα…» λέει η κ. Μαντά, εξηγώντας παράλληλα τον κοινωνιολογικό χαρακτήρα του συγκεκριμένου μέσου μεταφοράς. Η ίδια υπηρετεί το σινεμά ως «κοίταγμα», ως βλέμμα δηλαδή του δημιουργού στην πραγματική ζωή και στο περιβάλλον. Επισημαίνει πως ο τόπος διαμορφώνει σε απόλυτο βαθμό και τους ανθρώπους που ζουν σε αυτόν, επιστρέφοντας και πάλι την κουβέντα γύρω από την εικόνα αλλά και τη «διάθεση» της πρωτεύουσας. Ξεκαθαρίζει, τέλος, πως η τουριστική όψη της πόλης δεν την αφορά καθόλου, αντιθέτως θεωρεί την Αθήνα μια άκρως κινηματογραφική πόλη στην οποία συνεχίζει να ανακαλύπτει ενδιαφέρουσες γωνιές στις φωτογραφικές της εξορμήσεις.

Μοναδικά πλάνα

Στο φιλμ της Μαργαρίτας Μαντά υπάρχουν μερικά μοναδικά πλάνα· ο σταθμός του Θησείου, ιδωμένος από ψηλά, μια παλιά πολυκατοικία του κέντρου, ο Κηφισός που τέμνει τις ράγες του τρένου λίγο πριν από το Φάληρο. Η κληρονομιά του Θόδωρου Αγγελόπουλου, του οποίου η κ. Μαντά υπήρξε επί χρόνια στενή συνεργάτις, είναι φανερή και παραπάνω από καλοδεχούμενη. Μιλώντας για τον μεγάλο δάσκαλο μαζί της, η κουβέντα γυρίζει στους νέους κινηματογραφιστές οι οποίοι βγάζουν και καταξιώνουν το ελληνικό σινεμά στο εξωτερικό όπως έκανε και εκείνος. «Σε μια χώρα που ναρκοθετεί τον πολιτισμό και την παιδεία, αυτό που έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια είναι θαυμαστό. Χρειάζεται όμως και στήριξη. Δεν είναι δυνατόν ένας κινηματογραφιστής να αναγκάζεται να πληρώνει για τα πάντα, ακόμα και για πράγματα που ο δήμος, για παράδειγμα, θα μπορούσε να παρέχει δωρεάν». Μου μιλά ακόμα για το ζήτημα της διανομής με το «παράπονο» ότι πολλές αξιόλογες ταινίες επί της ουσίας αγνοούνται αφού δεν μένουν στις αίθουσες για ικανό διάστημα ώστε να μπορέσει ο κόσμος να πληροφορηθεί γι’ αυτές και να πάει να τις δει.