ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο Σκαλκώτας και η ευρωπαϊκη μουσική του Μεσοπολέμου

foa

Ενα ενδιαφέρον πρόγραμμα παρουσίασε η Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Βύρωνα Φιδετζή στις 18 Νοεμβρίου στην πρώην αίθουσα Φίλων της Μουσικής. Αν και σε πρώτη ματιά όλα τα έργα ανήκαν σε συνθέτες της ίδιας γενιάς, τα τριάντα χρόνια που χωρίζουν τον Αυστριακό Φραντς Σμιτ από τον Νίκο Σκαλκώτα περικλείουν μία ολόκληρη εποχή μουσικών αναζητήσεων και πειραματισμών. Το δημιουργικό έργο του Βάγκνερ και των συνθετών στη δύση του 19ου αιώνα βάραινε σχεδόν ασφυκτικά στην Κεντρική Ευρώπη όπου σπούδασαν και έζησαν ο Αντον Βέμπερν, ο Πάουλ Χίντεμιτ και οι προαναφερθέντες δύο.

Ετσι, αναζητήθηκαν λύσεις προς διάφορες κατευθύνσεις και μία από αυτές έμοιαζε να την προσφέρει ο Αρνολντ Σένμπεργκ. Γράφτηκαν ενδιαφέρουσες συνθέσεις πριν φανεί το αδιέξοδο μιας γλώσσας που επιχείρησε να κινηθεί στον αντίποδα του συναισθήματος αλλά και της «παράδοσης», τόσο με την έννοια της συνέχειας όσο και με αυτήν της γεωγραφίας. Μία από αυτές, η «Πασακάλια» έργο 1 του Αντον Βέμπερν που ισορροπεί ανάμεσα στον μουσικό κόσμο του παρελθόντος (Μπραμς) και αυτόν της τότε σύγχρονής της εποχής (Σένμπεργκ), άνοιξε το πρόγραμμα της βραδιάς με τον καλύτερο τρόπο. Η Φιλαρμόνια φάνηκε τεχνικά εντυπωσιακά έτοιμη για τον σύνθετο κόσμο αυτής της μουσικής και οδηγήθηκε με ακρίβεια από τον Φιδετζή, ξεπερνώντας τις δυσκολίες της πυκνής ενορχήστρωσης.

Στη συνέχεια ακούστηκε το Κοντσερτίνο για δύο πιάνα, που ο Σκαλκώτας συνέθεσε το 1935 στην Αθήνα, μετά την επιστροφή του από το Βερολίνο. Οι πιανίστες Μπεάτα Πίντσετιτς και Χρήστος Σακελλαρίδης έπαιξαν με σαφήνεια, αλλά η ορχήστρα έμοιαζε αμήχανη απέναντι στην εγκεφαλική γραφή τόσο σε αυτό το έργο όσο και στη «Μικρή σουίτα για ορχήστρα εγχόρδων» του Σκαλκώτα, σύνθεση του 1942, που ακολούθησε. Στην περίπτωση της ατονικής μουσικής η ανάδειξη της εκφραστικότητας έρχεται ως απόρροια συστηματικής και έντονης ενασχόλησης με το συγκεκριμένο είδος.

Πολύ πιο προφανή είναι τα πράγματα στο «Ιντερμέτζο», που ο Φραντς Σμιτ συνέθεσε αρχικά το 1903 ως αυτόνομη μουσική σελίδα, και το οποίο αργότερα ενέταξε στην όπερά του «Η Παναγία των Παρισίων». Η μουσική είναι πρόδηλα μελωδική και αξιοποιούσε όλα τα στερεότυπα της γλώσσας του ύστερου ρομαντισμού, η δε ερμηνεία φανέρωσε τις ποιότητες των εγχόρδων της Φιλαρμόνια.

Η βραδιά έκλεισε με τις «Συμφωνικές μεταμορφώσεις θεμάτων του Βέμπερ» του Πάουλ Χίντεμιτ, που στην ουσία είναι μια σύντομη τετραμερής συμφωνία για μεγάλη συμφωνική ορχήστρα. Τα θέματα προέρχονται από τη σκηνική μουσική που είχε συνθέσει ο Καρλ Μαρία φον Βέμπερ για το θεατρικό έργο «Τουραντότ» του Κάρλο Γκότσι, από το οποίο αρκετές δεκαετίες αργότερα ο Πουτσίνι εμπνεύστηκε την ομώνυμη τελευταία όπερά του.

Η σύνθεση του Χίντεμιτ ξεχωρίζει για τον λυρισμό στα αργά της μέρη αλλά και για τη δεξιοτεχνική ενορχήστρωση, η οποία δίνει στα ζωηρά μέρη ξεχωριστή λάμψη. Φιλαρμόνια και Φιδετζής πρόβαλαν τη διαφάνεια και την ελαφράδα της μουσικής, αρθρώνοντας με ευελιξία και πλαστικότητα τα διακριτά επεισόδια, καθώς επίσης δείχνοντας την ίδια ευαισθησία στον χειρισμό της δυναμικής.