ΜΟΥΣΙΚΗ

Θρησκευτικά και κοσμικά έργα βενετσιάνικου μπαρόκ

captureg--2

­«Passions» – πάθη ανθρώπινα, αλλά και τα Πάθη του Κυρίου. Ο τίτλος της νέας αυτής δισκογραφικής κυκλοφορίας (HMM 902632) είναι συνειδητά διφορούμενος. Επίκαιρη λόγω της εποχής, σε πρώτη ματιά η συλλογή μοιάζει ετερόκλητη, καθώς περιλαμβάνει μαδριγάλια σε ιταλική γλώσσα, μοτέτα σε λατινικά θρησκευτικά κείμενα, ενόργανη μουσική και μέρη από όπερες. Ομως, σύντομα συνειδητοποιεί κανείς ότι ο προτεινόμενος διάλογος είναι πνευματικά διεγερτικός και συναισθηματικά πλούσιος. Οι συγγένειες είναι πιο ουσιαστικές από όσα φαινομενικά χωρίζουν τις μουσικές αυτές σελίδες.

Κοινή αφετηρία και βασική έμπνευση για τη συλλογή αποτέλεσε η Βενετία, η μουσική και οι μουσικοί της από τις αρχές του 17ου αιώνα έως τα μέσα του 18ου. Το βενετσιάνικο μπαρόκ ζωντανεύει μέσα από έργα διάσημων συνθετών όπως  οι Κλαούντιο Μοντεβέρντι, Φραντσέσκο Καβάλι, Τζοβάνι Γκαμπριέλι, και Αντόνιο Καλντάρα, τα οποία συναντούν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μουσική λιγότερο γνωστών δημιουργών όπως οι Τζοβάνι Λεγκρέντζι, Ταρκίνιο Μέρουλα, Αντόνιο Λότι και Μπιάτζο Μαρίνι. Μια παράδοση που περνά από γενιά σε γενιά, καθώς οι περισσότεροι από τους συνθέτες συνδέονται με σχέσεις δασκάλου και μαθητή. Είναι η μουσική μιας πόλης στην οποία καλλιεργήθηκαν εξίσου όλα τα είδη, χάρη στη βασιλική του Αγίου Μάρκου με τα δύο εκκλησιαστικά όργανα σε αντικριστά υπερώα που συνέβαλαν στην ανάπτυξη ενός ξεχωριστού ύφους αλλά και χάρη στα πολλά δημόσια θέατρα, στα οποία αναπτύχθηκε μια ξεχωριστή σχολή λυρικής τέχνης. Η μουσική μιας πόλης που βρισκόταν μισή στη γη, μισή στη θάλασσα, ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή, στα σύνορα με την οθωμανική αυτοκρατορία.

Το σύνολο «Οι πλανόδιοι του Παρισιού» –Les Cris de Paris– υπό τη διεύθυνση του Ζοφρουά Ζουρντέν δικαιολογημένα τονίζει συγγένειες, τις οποίες, άλλωστε, κανείς δεν επερωτά σε άλλες τέχνες, όπως η ζωγραφική και η γλυπτική της εποχής. Πόσες Μαντόνες δεν ξεχωρίζουν για τη θεατρικότητα και τον ερωτισμό τους; Ετσι και η ανάλογη θρησκευτική μουσική διαθέτει θεατρικότητα και έντονο το στοιχείο του πάθους, ενώ τις κοσμικές συνθέσεις χαρακτηρίζει η ευγένεια και μια σχεδόν μεταφυσική γαλήνη.

Ο δίσκος ξεκινά με ένα «Νανούρισμα» στον μικρό Χριστό, ένα τρυφερό τραγούδι του Ταρκίνιο Μέρουλα που προβλέπει το δυσοίωνο τέλος. Ακολουθεί, ως νοηματική συνέχεια αλλά και ως μουσική αντίστιξη μία μελοποίηση των στίχων «Σταυρωθέντα τε υπέρ υμών…» («Crucifixus») του Μοντεβέρντι, η οποία δίνει τη θέση της στη συμφωνική εισαγωγή από τη Β΄ Πράξη της όπερας «Ορφέας» του ίδιου. Η διαδοχή αυτή ανάμεσα στις διαφορετικές συνθέσεις μεταφέρει την τέχνη του κιαροσκούρο στη μουσική, αξιοποιεί την αντίθεση ανάμεσα στο (μουσικό) φως και στη σκιά. Ο Ζουρντέν και οι μουσικοί του, ένα ευέλικτο σχήμα που ανάλογα τις ανάγκες των έργων μπορεί να απαρτίζεται από τρεις έως ογδόντα μουσικούς, ξεκινά με βάση έναν εξαιρετικά εστιασμένο, τονικά ακριβή και ασφαλή ήχο για να ασχοληθεί με την ερμηνεία, καθώς δεν επικεντρώνεται τόσο στην αισθητική του ήχου, όσο στη δραματική αλήθεια του μουσικού κειμένου, δηλαδή στην έκφραση του περιεχομένου.