ΜΟΥΣΙΚΗ

Το κύκνειο άσμα των «Σκαθαριών»

to-kykneio-asma-ton-skatharion-2386532

Σχεδόν κάθε φορά που ακούω τραγούδι των Beatles θυμάμαι τη φωτογραφία τους με τον θρυλικό μαξιλαροπόλεμο. Υπό ποιες συνθήκες τραβήχτηκε μου το είχε αφηγηθεί ο ίδιος ο Βρετανός φωτογράφος, ο Χάρι Μπένσον, σε συνέντευξή του πριν από λίγα χρόνια. «Ημασταν νέοι, γεμάτοι όνειρα και ενθουσιασμό. Βρισκόμασταν όλοι μαζί στο ξενοδοχείο “George V” του Παρισιού, μια και τους ακολουθούσα στην ευρωπαϊκή και στη συνέχεια στην αμερικανική περιοδεία τους. Κουβεντιάζαμε και πίναμε, όταν η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο μάνατζέρ τους, Μπράιαν Επστάιν, για να τους ανακοινώσει ότι το “I want to hold your hand” ήταν Νο 1 στα τσαρτ των ΗΠΑ. Εκαναν σαν μικρά παιδιά: χοροπηδούσαν, αγκαλιάζονταν. Κι έπειτα άρχισαν να παίζουν μαξιλαροπόλεμο – τον οποίο, φυσικά, και φωτογράφισα».

Ηταν Ιανουάριος του 1964 και τρεις λέξεις από την αφήγηση του 90χρονου σήμερα Μπένσον σχηματίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο τα «Σκαθάρια» ζούσαν και δημιουργούσαν από το 1960, που είχαν ξεκινήσει την κοινή πορεία τους από το Λίβερπουλ: νιάτα, όνειρα, ενθουσιασμός.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, όμως, σε λίγα αλλά εξαιρετικά πυκνά χρόνια, τα πράγματα είχαν αλλάξει δραματικά: ο ενθουσιασμός τους είχε χαθεί, τα όνειρά τους δεν ήταν πια συλλογικά. Το «εμείς» είχε γίνει «εγώ»… Το αποδεικνύει μια άλλη φωτογραφία εκείνης της εποχής, και συγκεκριμένα του 1968: το γκρουπ είναι στο στούντιο, ηχογραφούν τα τραγούδια του «Let It Be» και η παγωμάρα, η έλλειψη επικοινωνίας ανάμεσά τους δεν κρύβονται. Ο Ρίνγκο είναι συνοφρυωμένος και κατηφής, ο Τζορτζ, βυθισμένος στις σκέψεις του κοιτάει αλλού και, ανάμεσα στον Τζον και τον Πολ, που κάτι λέει σε έντονο ύφος, κάθεται η Γιόκο Ονο.

to-kykneio-asma-ton-skatharion0
Ακόμη και το εξώφυλλο του άλμπουμ μαρτυρούσε την έλλειψη επικοινωνίας: τέσσερα ξεχωριστά πορτρέτα σε μαύρο φόντο.

Οι Beatles δεν ήταν πλέον μόνοι. Και δεν ήταν ίδιοι. Hταν αφοσιωμένοι στις συντρόφους, τις οικογένειες και τα προσωπικά τους σχέδια. Ο κύκλος είχε μεγαλώσει πολύ και οι δεσμοί ανάμεσά τους αναπόφευκτα είχαν αρχίσει να χαλαρώνουν. Oι καλλιτεχνικές διαφορές τους εντείνονταν. O Ρίνγκο Σταρ είχε παντρευτεί τη Μορίν Kοξ και ήταν πατέρας. Ο Τζορτζ Χάρισον ζούσε έναν παράφορο έρωτα με την Πάτι Μπόιντ και ο Πολ Μακάρτνεϊ με τη Λίντα Ιστμαν – είχαν μάλιστα εγκατασταθεί σε μια φάρμα στη Σκωτία. O Τζον Λένον, εθισμένος πια στα ναρκωτικά, έδειχνε να έχει αφεθεί άνευ όρων στα χέρια της Γιόκο, η οποία προσπαθούσε να πάρει και τον έλεγχο της μπάντας: ήθελε να τους δίνει οδηγίες ακόμα και για τον τρόπο που τραγουδούσαν. Και, επιπλέον, ο άνθρωπος που τους είχε φέρει στην κορυφή και κατάφερνε να διατηρεί τις ισορροπίες, ο Μπράιαν Επστάιν, είχε πεθάνει από υπερβολική δόση υπνωτικών χαπιών το 1967. O νέος τους μάνατζερ, Αλεν Κλάιν, ήταν επιλογή του Τζον, ο Πολ διαφωνούσε κι αυτό αποτελούσε διαρκή πηγή έντασης και δυναμίτιζε την άλλοτε βαθιά φιλία τους.

Προβλήματα όμως υπήρχαν και με τον Ρίνγκο, που ένιωθε υποτιμημένος μέσα στο γκρουπ, καθώς και με τον Τζορτζ Χάρισον που επίσης θεωρούσε ότι δεν αναγνωριζόταν η προσφορά του και «θάβονταν» τα δικά του τραγούδια. Επιπλέον, η σχέση του τελευταίου με τον Τζον Λένον, με τον οποίο ανέκαθεν ήταν πιο κοντά, είχε ανεπανόρθωτα διαρραγεί: δεν άντεχε να τον βλέπει πάντα κουρασμένο, χαμένο στα ναρκωτικά και προσκολλημένο μέχρι αηδίας στη Γιόκο. «Θα βρεθούμε σε κάποιο κλαμπ», τους είπε ο Χάρισον ένα βράδυ, φεύγοντας από το στούντιο όπου ηχογραφούσαν τα τραγούδια για το «Let It Be», έπειτα από έναν θυελλώδη καβγά. Τελικά, λίγες μέρες μετά, πείστηκε να γυρίσει. Αλλά το γυαλί είχε ραγίσει. Από το ξεκίνημά τους, η μουσική πάντα τους ένωνε, ό,τι κι αν συνέβαινε ανάμεσά τους. Μόλις άρχιζαν να παίζουν, ήταν αδέλφια. Οχι πια.

Είναι Ιανουάριος του 1968. Μετά την επιστροφή του Τζορτζ, τα πνεύματα κάπως ηρεμούν και οι τέσσερις μπαίνουν ξανά στο στούντιο για να ηχογραφήσουν τα τραγούδια του άλμπουμ. Στην παρέα προστίθεται ο Αμερικανός κιμπορντίστας Μπίλι Πρέστον για να παίξει μαζί τους. Ως εκ θαύματος, η παρουσία του αλλάζει εντελώς το κλίμα. Ο Λένον βρίσκει και πάλι την καλή του διάθεση, γελάει και κάνει αστεία στους άλλους – αν και αργότερα, σε συνεντεύξεις του, θα χαρακτηρίζει αυτές τις ηχογραφήσεις «εβδομάδες της δυστυχίας»…

Οι επόμενοι μήνες κυλούν σχετικά ομαλά, όχι μόνο δουλεύουν με όρεξη, αλλά και σκέφτονται το ενδεχόμενο μιας ακόμα συναυλίας. Εχουν, άλλωστε, να παίξουν ζωντανά από το 1966. Αποφασίζουν, λοιπόν, να ανέβουν στην ταράτσα του κτιρίου της Apple Records, στο Λονδίνο, και να παίξουν μερικά τραγούδια στις 30 Ιανουαρίου 1969. Αυτή θα είναι η τελευταία φορά που θα μοιραστούν την ίδια συγκίνηση. Το θαύμα δεν θα διαρκέσει πολύ. 

Επί 54 εβδομάδες στο αμερικανικό τσαρτ παρά τις αρνητικές κριτικές 

to-kykneio-asma-ton-skatharion2
Μία από τις τελευταίες ομαδικές φωτογραφίσεις, στα τέλη της δεκαετίας του 1960 (Φωτ. APPLE CORPS LTD).

Μετά το λάιβ, ο ενθουσιασμός τους εξανεμίζεται και πάλι. Στο μεταξύ, τα τραγούδια του «Let It Be» έχουν μπει στο… ψυγείο, μια και το συγκρότημα έχει βάλει στόχο να κυκλοφορήσει άλλο άλμπουμ, το «Abbey Road», το οποίο ολοκληρώνεται και βγαίνει στην αγορά το φθινόπωρο του 1969. Τον Μάρτιο του 1970, ενώ οι εντάσεις έχουν κορυφωθεί ξανά και η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους είναι πολεμική, έστω και με μισή καρδιά, μια και όλοι ετοιμάζουν τα σόλο άλμπουμ τους, «επιστρέφουν» σ’ εκείνες τις αναξιοποίητες ηχογραφήσεις και ζητούν από τον Φιλ Σπέκτορ να αναλάβει την παραγωγή. Οι ίδιοι απέχουν από όλη τη διαδικασία. Ο Σπέκτορ κάνει μόνος του το μιξάρισμα και την ενορχήστρωση και στα τέλη της άνοιξης του 1970 το ξεχασμένο «Let It Be» ολοκληρώνεται και κυκλοφορεί.

«Είναι το άλμπουμ μιας νέας εποχής για τους Beatles» αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του δίσκου. Δεν ήταν, όμως. Κάθε προσπάθεια να μείνουν ενωμένοι ο Πολ, ο Τζον, ο Τζορτζ και ο Ρίνγκο ήταν πλέον a priori καταδικασμένη. Ακόμη και το εξώφυλλο, αυτό μαρτυρούσε: τέσσερα ξεχωριστά πορτρέτα από τον φωτογράφο Ιθαν Ράσελ σε μαύρο φόντο. Στις 8 Μαΐου το «Let It Be» βγαίνει στα δισκοπωλεία σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Οι κριτικές είναι αποκαρδιωτικές. «Χάρτινη ταφόπλακα» το ονομάζει το New Musical Express, ενώ το περιοδικό Rolling Stone κάνει δριμεία κριτική στον παραγωγό του, Φιλ Σπέκτορ, και αποκαλεί το «The Long and Winding Road» «καταθλιπτικό χυλό». Παρ’ όλα αυτά, μέσα στις πρώτες κιόλας μέρες πουλάει εκατομμύρια αντίτυπα, καταρρίπτοντας το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, και μένει στο αμερικανικό τσαρτ για 54 εβδομάδες!

Ηταν το δωδέκατο και τελευταίο άλμπουμ των Beatles. Ισως το τέλος ήταν αναμενόμενο, προδιαγεγραμμένο. Είχαν πλέον κατακτήσει τα πάντα. Τι άλλο μπορούσαν να περιμένουν; Λίγο πριν το «Let It Be» βρεθεί στις προθήκες των δισκοπωλείων, η Apple Records είχε ήδη εκδώσει ανακοίνωση για τη διάλυση του γκρουπ: «Η άνοιξη ήρθε, η Λιντς παίζει αύριο με την Τσέλσι, ο Ρίνγκο, ο Τζον, ο Τζορτζ και ο Πολ είναι όλοι τους καλά και γεμάτοι ελπίδα. Η Γη εξακολουθεί να γυρίζει, όπως κι εμείς, όπως κι εσείς. Μόνο όταν σταματήσει να γυρίζει θα πρέπει να ανησυχούμε, όχι πριν. Μέχρι τότε, οι Beatles είναι ζωντανοί και είναι καλά και η μουσική συνεχίζεται…».

Αναμνήσεις

to-kykneio-asma-ton-skatharion4
Ηδη από το 1968 οι καβγάδες ήταν συχνοί. Το «εμείς» είχε χαθεί (Φωτ. APPLE CORPS LTD).

To 2003 κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Let It Be… Naked» με ανέκδοτες εκδοχές κάποιων τραγουδιών, αλλά και διαφορετικές ενορχηστρώσεις, πιο λιτές και καθαρές, σε αντίθεση με τις υπερβολικά «φτιασιδωμένες» που είχε κάνει ο Φιλ Σπέκτορ. Με αυτή την αφορμή, οι εναπομείναντες από τους πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής θυμήθηκαν τις μέρες των ηχογραφήσεων αλλά και τις ένδοξες εποχές. «Μεταξύ μας υπήρχε πάντα τηλεπάθεια. Ηταν απίστευτο όταν δουλεύαμε στο στούντιο. Είτε ήμασταν τέσσερις είτε μόνο ο ένας, οι καρδιές μας χτυπούσαν στον ίδιο ρυθμό», είπε ο Ρίνγκο Σταρ. «Το παίξιμο του Ρίνγκο ήταν εκπληκτικό. Πολλοί ντράμερ τον μιμούνται σήμερα, αλλά δεν ξέρω αν θα καταφέρει ποτέ κανείς να τον φτάσει. Ηταν ο συνδετικός κρίκος στο συγκρότημα. Αυτό το άλμπουμ αποδεικνύει ότι οι Beatles ήταν υπέροχοι κι ότι δεν είχαν ανάγκη καμία βοήθεια», σχολίασε η Γιόκο Ονο. «Η παραγωγή του “Let It Be” και οι εντάσεις εκείνης της εποχής μού έχουν αφήσει μια πικρή ανάμνηση. Χαρά μάς έδινε βέβαια η μουσική. Πέρα όμως από τις καλές στιγμές, υπήρχε ένα συγκρότημα που διαλυόταν –το δικό μου συγκρότημα– και δεν υπήρχε τίποτε το χαρούμενο σ’ αυτό», έκλεισε τη συζήτηση ο Πολ Μακάρτνεϊ.