ΜΟΥΣΙΚΗ

Ανιση συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης

thessaloniki_state_symphony_orchestra-tssothomas_daskalakis-08-gallery

­Δύο σημαντικά έργα επέλεξε η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης (ΚΟΘ) για τη φετινή εμφάνισή της στο Ηρώδειο. Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών στις 23 Ιουλίου ερμήνευσε το «Ντιβερτιμένο για ορχήστρα εγχόρδων» του Μπάρτοκ υπό τη διεύθυνση της αρχιμουσικού και καλλιτεχνικής της διευθύντριας Ζωής Τσόκανου και τις «Τέσσερις εποχές» του Βιβάλντι με σολίστ τον εξάρχοντα της ορχήστρας Σίμο Παπάνα.

Ο Μπάρτοκ συνέθεσε το «Ντιβερτιμέντο» το 1939 για τον Ελβετό Πάουλ Ζάχερ και την Ορχήστρα Δωματίου της Βασιλείας. Το έργο αποτελεί αναφορά στα ντιβερτιμέντι της κλασικής περιόδου, όπως αυτά τα οποία συνέθεσαν ο Χάιντν και ο Μότσαρτ. Ομως, ο τρόπος με τον οποίο ο Μπάρτοκ επανέρχεται στην ιστορική αυτή μορφή και ο τρόπος με τον οποίο επεξεργάζεται το μουσικό του υλικό, καθιστούν το δικό του έργο ένα από τα πιο ενδιαφέροντα του νεοκλασικισμού, ταυτόχρονα και του μοντερνισμού. Η σκέψη και συνεπώς η μουσική του γραφή αναπτύσσονται σε περισσότερα επίπεδα, τα οποία αναμένει κανείς να αναδειχθούν από την ερμηνεία. Είναι, δηλαδή, σημαντικό να προβληθεί η μουσική δραματουργία, η οποία εξηγεί γιατί το ένα μουσικό εδάφιο οδηγεί στο επόμενο και δικαιολογεί τον μεταξύ τους διάλογο. Η Ζωή Τσόκανου διηύθυνε μάλλον υπερβολικά προσεκτικά και ασχολήθηκε αυτόνομα με κάθε μουσική παράγραφο. Εμοιαζε προσηλωμένη στην απόδοση του γράμματος της μουσικής, αφήνοντας το πνεύμα να της ξεφύγει. Η ανάγνωση ήταν καθαρή, τα μέρη καλά αρθρωμένα. Υπήρχαν όλες οι προβλεπόμενες δυναμικές αποχρώσεις, αλλά μόνον «τόσο όσο», ενώ φάνηκε να απουσιάζει η συνολική εποπτεία, εκείνο το ενωτικό υφάδι που θα αποσαφήνιζε και στον ακροατή το νόημα του έργου.

Σαν να έπαιζε άλλη ορχήστρα στο δεύτερο μέρος. Προφανώς, οι μουσικοί τής ορχήστρας είναι πολύ πιο εξοικειωμένοι με τη μουσική γλώσσα του Βιβάλντι και ο σολίστας είχε εμπειρία στο συγκεκριμένο έργο. Είτε είχε προηγηθεί μεγαλύτερη επεξεργασία, είτε το ζητούμενο ήταν πιο ξεκάθαρο, σε κάθε περίπτωση όλα είχαν νόημα και το ένα οδηγούσε στο άλλο. Η ανεξάντλητη φαντασία του Παπάνα και, βεβαίως, η δεξιοτεχνική του άνεση φρόντισαν για τα υπόλοιπα, σε ένα έργο που η φαντασία, ο αυτοσχεδιασμός και η δεξιοτεχνία όχι μόνο έχουν τη θέση τους αλλά αποτελούν και βασική προϋπόθεση για μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία. Η διαρκώς αναπροσαρμοζόμενη ταχύτητα έδινε πλαστικότητα στο αποτέλεσμα, οι ζωηρές εναλλαγές δυναμικής ζωντάνευαν όσα περιγράφει τόσο γλαφυρά η μουσική. Γοργά μέρη, όπως το τελευταίο του «Καλοκαιριού» έβγαζαν σπινθήρες, ενώ λυρικά, όπως το μαγικό αργό μέρος του «Χειμώνα», δόθηκαν με σπάνια γλυκύτητα. Ο Παπάνας βρήκε άξιους συνομιλητές στον τσελίστα της ορχήστρας όπως και στον τσεμπαλίστα Μάρκελλο Χρυσικόπουλο, ενώ το σύνολο της ορχήστρας δεν συνόδευε απλώς, αλλά συνεργάστηκε ουσιαστικά στην απόδοση του ύφους της μουσικής.

Για την ιστορία, σημειώνεται ότι η ορχήστρα έπαιξε όρθια, επιλογή που σε μία κλειστή αίθουσα θα βοηθούσε την αύξηση της έντασης του ήχου. Στο ανοικτό Ηρώδειο και μάλιστα με τον ήχο των οργάνων ηλεκτρικά ενισχυμένο, η σκοπιμότητα αυτής της επιλογής δεν ήταν απαραίτητα σαφής.