ΜΟΥΣΙΚΗ

Μουσικά απολαυστικός, αλλά σκηνικά κοινότοπος Μοντεβέρντι

aaaa

­Την «Επιστροφή του Οδυσσέα στην πατρίδα» του Μοντεβέρντι παρουσίασε φέτος η Καμεράτα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών σε μουσική διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου και σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη (Ηρώδειο, 5 Αυγούστου).

Το θέαμα περιορίστηκε σε κοινότοπες λύσεις. Ο «Πρόλογος» με τις αλληγορίες του, την «Εύθραυστη ανθρώπινη φύση», τον «Χρόνο», την «Τύχη» και τον «Ερωτα», προκαλεί συχνά πονοκέφαλο στους σκηνοθέτες. Η Κάλμπαρη ξεπέρασε τον σκόπελο «αβρόχοις ποσί», αφήνοντάς τον να διαδραματίζεται στην εποχή που γράφηκε το έργο. Στη συνέχεια, οι τρεις πράξεις αποδόθηκαν ως αστικό δράμα, τοποθετημένο κατά την πάγια προτίμηση των απανταχού σκηνοθετών στα αμερικανικά φίφτις – το απαραίτητο ηλεκτρικό ψυγείο ήταν και εδώ παρόν. Στο τέλος, ο Οδυσσέας, με το ωραίο ζαχαρί κουστούμι του, επιστρέφει στην πιστή σύζυγο και όλα καλά. Η ευγένεια της μουσικής μένει στα αζήτητα. Κι ας επιμένει ο Μοντεβέρντι.

Το εξαιρετικά φορτωμένο σκηνικό (Γιωργίνα Γερμανού) περιελάμβανε την πλήρη οικοσκευή της Πηνελόπης, τη βάρκα του ναυαγού Οδυσσέα, τα βράχια στην ακτή της Ιθάκης και μια ελιά να φύεται στο κρεβάτι της πιστής συζύγου. Ολα ήταν φασκιωμένα σε φτηνό πλαστικό που εκτός του πολυχρησιμοποιημένου συμβολισμού συνεισέφερε στην προφανώς επιθυμητή αποεξιδανίκευση. Με την αποκάλυψη του Οδυσσέα –«έκπληξη»!– το πλαστικό αφαιρέθηκε.

Η όπερα δόθηκε με περικοπές λόγω της πανδημίας. Μουσικά η παράσταση ήταν υψηλού επιπέδου χάρη στην Καμεράτα και στον Γιώργο Πέτρου, αλλά και χάρη στο πολύ καλό πρωταγωνιστικό ζευγάρι. Ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος, που ξεκίνησε τη φετινή χρονιά ως Βότσεκ σε παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, είναι φανερό ότι δεν φοβάται τις προκλήσεις. Η καλά εστιασμένη, εύπλαστη κι εκφραστική φωνή αλλά προ πάντων η μουσικότητά του, τού επέτρεψαν να φωτίσει πολλές πτυχές της προσωπικότητας του Οδυσσέα, ενώ η απίστευτη σκηνική του άνεση είχε ως αποτέλεσμα ένα συνολικά ολοκληρωμένο πορτρέτο. Χάρη στη θερμή φωνή και τη μουσικότητά της η Μαίρη-Ελεν Νέζη έδωσε συναίσθημα και ζεστασιά στον συγκριτικά πιο μονοδιάστατο ρόλο της Πηνελόπης.

Η φωτεινή φωνή της Μίνας Πολυχρόνου φρόντισε για μια ευχάριστα λαμπερή Αθηνά. Από την πολυπρόσωπη διανομή ξεχώρισαν επίσης η μεσόφωνος Ελένη Βουδουράκη και ο τενόρος Βασίλης Καβάγιας για το προσεγμένο τραγούδι τους, οι τενόροι Γιάννης Φίλιας (Εύμαιος) και Δημήτρης Ναλμπάντης (Ιρος) για την ερμηνεία τους σε δύο χαρακτηριστικούς ρόλους – βινιέτες και η Ελενα Μαραγκού ως «Εύθραυστη ανθρώπινη φύση» και Ευρύκλεια. Τα τρίο των Μάριου Σαραντίδη, Νικόλα Μαραζιώτη και Ιάσονα Μαρμαρά ήταν μάλλον επιτυχέστερο ως Φαίακες, παρά στους ρόλους των μνηστήρων.

Συνυπολογίζοντας τις δύο παρουσιάσεις στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (1991/92, 1998) και το ανέβασμα στο Φεστιβάλ Οπερας Αρχαίας Κορίνθου (2006), καταλήγει κανείς ότι η συγκεκριμένη όπερα ανήκει στις αγαπημένες των ελληνικών θεσμών. Ασφαλώς υπάρχει πάντα νέο κοινό που δικαιούται να γνωρίσει τα μεγάλα αριστουργήματα. Εξίσου, όμως, υπάρχουν πλήθος από σημαντικά έργα που περιμένουν ακόμα υπομονετικά την πανελλήνια πρώτη τους.