ΜΟΥΣΙΚΗ

Επιβλητικό ταξίδι στις Αλπεις

epivlitiko-taxidi-stis-alpeis-2041793

Στις 8 Ιουλίου στο Ηρώδειο ο Βασίλης Χριστόπουλος εμφανίστηκε διευθύνοντας δύο συμφωνικά σύνολα: πλάι στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, της οποίας είχε μέχρι πρόσφατα την ευθύνη, τοποθέτησε την Ορχήστρα της Νοτιοδυτικής Γερμανίας, της οποίας παραμένει κορυφαίος αρχιμουσικός.

Μαζί, τα δύο σύνολα απέδωσαν τη «Συμφωνία των Αλπεων» του Ρίχαρντ Στράους, έργο που προβλέπει τεράστια ορχήστρα έως και 130 μουσικών. Σε αυτήν περιλαμβάνονται κάθε είδους «ειδικά» όργανα, από ποιμενικά αγελαδοκούδουνα μέχρι «μηχανή ανέμου» και εκκλησιαστικό όργανο. Κύριος είναι ο ρόλος των χάλκινων πνευστών μέσα στην ορχήστρα αλλά και πίσω (ή έξω) από τη σκηνή. Στόχος είναι η δημιουργία επαρκούς ποικιλίας ηχοχρωμάτων και διαθέσεων, που επιτρέπουν στον Στράους να αποδώσει με «ρεαλιστικό» τρόπο, με εργαλείο τη μουσική, εκείνα με τα οποία έρχεται αντιμέτωπος ο ήρωάς του αναρριχώμενος αλλά και επιστρέφοντας από το εντυπωσιακό αλπικό τοπίο. Μέσα από τον κολοσσιαίο ήχο είναι εξίσου σημαντικό να μεταφερθεί η ένταση των συναισθημάτων που προξενούν στον πρωταγωνιστή του έργου όσα συναντά στη διαδρομή.

Συνεπώς, βασικό ζητούμενο στην ανάγνωση της συγκεκριμένης συμφωνίας είναι η απόδοση των εναλλαγών και των δυνατών εντυπώσεων που προκαλούν στον άνθρωπο η φύση και τα φυσικά φαινόμενα που τον υπερβαίνουν: τόσο η «ρεαλιστική» τους απόδοση, όσο και τα έντονα συναισθήματα που προξενούν. Η επιτυχημένη ερμηνεία του Χριστόπουλου διέθετε τη γενναιοδωρία και τις μεγαλόπρεπες χειρονομίες για τις πληθωρικά μεθυστικές σελίδες της μουσικής, ξέχειλες από νεανικό ενθουσιασμό. Διέθετε, επίσης, την ηρεμία για τα βουκολικού χαρακτήρα επεισόδια. Και αν η «καταιγίδα» δεν εξέπεμπε το αναμενόμενο δέος, αυτό οφείλεται μάλλον στις αισθητικές επιλογές του συνθέτη παρά στην ερμηνεία, καθώς στο συγκεκριμένο σημείο είτε η συμφωνική διάσταση της μουσικής μοιάζει να απασχόλησε τον Στράους περισσότερο από την έκφραση, είτε οι «καλοί τρόποι» φαίνεται να υπερίσχυσαν του «ρεαλισμού», όπως συμβαίνει και σε άλλα έργα του Βαυαρού συνθέτη. Σε κάθε περίπτωση, οι δύο ορχήστρες συνεργάστηκαν καλά και η απόδοση δικαίωσε τη συνεργασία τους.

Αντίθετα, λιγότερο εμπνευσμένη υπήρξε η ερμηνεία της Συμφωνίας αρ. 41 («του Δία») του Μότσαρτ, με την οποία άνοιξε το πρόγραμμα μόνη η γερμανική ορχήστρα. Κρατάει κανείς κυρίως το τελευταίο μέρος, που ανεφλέγη χάρη στον γνώριμο δυναμισμό του Χριστόπουλου.