ΜΟΥΣΙΚΗ

Το καλό πάντα επιστρέφει

to-kalo-panta-epistrefei-2046070

Μήπως ξέρεις ένα τραγούδι που λέγεται «Αθανασία»; ήταν η ερώτηση που έκανε στη Δ΄ Δημοτικού ακούγοντας το τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι στη χορωδία του σχολείου. Επειτα ανακάλυψε ψάχνοντας τη δισκοθήκη του σπιτιού το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» και στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου τον «Μεγάλο Ερωτικό». Εμοιαζε σαν τη μύγα μες στο γάλα τότε, την εποχή που οι emo ξεφύτρωναν παντού με εκείνο το απλανές θλιμμένο βλέμμα, τη μαυρίλα στα μάτια και το ξασμένο μαλλί, το στυλ που υιοθετούσαν όλοι οι έφηβοι.

Ηταν η εποχή που διαβάζοντας μια συνέντευξη της Κρίστεν Στιούαρτ έμαθε για τον Νιλ Γιανγκ και τον Βαν Μόρισον. Ηταν οι καλλιτέχνες που θαύμαζε τότε η «Μπέλα Σουάν», το είδωλο των κοριτσιών στη σειρά ταινιών «Λυκόφως». Αρχισε να αναζητά κομμάτια τους και σιγά σιγά μπήκε στην ουσία, παρότι τα ακούσματά της προέρχονταν από το σύγχρονο ροκ.

Επειτα, ανακάλυψε τους Ιμάμ Μπαϊλντί και μέσα από τις έξυπνες διασκευές τους τον Μανώλη Χιώτη, τη Μαίρη Λίντα και τον κόσμο του λαϊκού τραγουδιού. Εψαξε τον Βαμβακάρη και τον Τσιτσάνη.

Φοιτήτρια πια ανάμεσα στην τζαζ και το σουίνγκ έμαθε από το αγόρι της για τον Νίκο Ξυλούρη κι από τη φωνή του τα τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου. Και από τις τραγουδίστριες της εποχής την Μποφίλιου και τη Ζουγανέλη, μαζί με το δικό τους ρεπερτόριο, παλιότερο υλικό.

Ετσι γίνεται σε κάθε γενιά. Οπως τότε που ανακάλυψαν οι σημερινοί 35άρηδες το «Τι σου ’κανα και πίνεις» των Μίμη Πλέσσα – Λευτέρη Παπαδόπουλου από τη Μελίνα Ασλανίδου, πριν μάθουν την ερμηνεία της Πόλυς Πάνου.

Ετσι είναι, όσο κι αν μας πολιορκούν τα πρόσκαιρα σουξέ, τα αληθινά τραγούδια διαρκούν περισσότερο. Κυρίως βρίσκουν τρόπους να επανέρχονται, μέσα από διασκευές και επανεκτελέσεις, γιατί έχουν βαθύτερη θέση στη συνείδηση της κοινωνίας.

Υπάρχουν έμμεσοι και πλάγιοι τρόποι να ανακαλύψει κάθε γενιά εκείνο το μέρος του πολιτισμού που άφησε βαθιά αποτυπώματα, εξέφρασε, συνήγειρε, παρηγόρησε την ελληνική κοινωνία.