ΜΟΥΣΙΚΗ

Μουσικές του Πάσχα από Κρατική και Καμεράτα

moysikes-toy-pascha-apo-kratiki-kai-kamerata-2080544

Μεγάλη Τρίτη και Μεγάλη Τετάρτη στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής» δύο συμφωνικά σύνολα, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και η Καμεράτα υπό τη διεύθυνση νέων αλλά ήδη καταξιωμένων αρχιμουσικών, του Βασίλη Χριστόπουλου και του Γιώργου Πέτρου, παρουσίασαν μονοθεματικά προγράμματα με μουσική συνθετών της κλασικής περιόδου, Μότσαρτ και Χάιντν αντίστοιχα. Κάθε βραδιά περιλάμβανε από μία Συμφωνία κι ένα θρησκευτικό έργο με κουαρτέτο μονωδών και χορωδία, η δε Συμφωνία ανήκε και στις δύο περιπτώσεις στην αισθητική του κινήματος «Θύελλα και ορμή». Οσο και αν στο χαρτί τα δεδομένα έμοιαζαν εντυπωσιακά, το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να διαφέρει περισσότερο.

Στις 7 Απριλίου η ΚΟΑ παρουσίασε τη Νεκρώσιμη Ακολουθία του Μότσαρτ. Κρίνοντας, προφανώς, ότι η διάρκειά της δεν είναι επαρκής, ο Χριστόπουλος πρόταξε την ορμητική, νεανική Συμφωνία αρ. 25 του ίδιου συνθέτη. Οπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, η θαυμάσια Συμφωνία δεν φωτίστηκε όπως και όσο της έπρεπε, καθώς από την ίδια την ορχήστρα φάνηκε να αντιμετωπίζεται ως πρόλογος του επιβλητικού δεύτερου έργου της βραδιάς. Διατηρούσε κανείς την κρυφή ελπίδα πως υπό τη διεύθυνση του Βασίλη Χριστόπουλου κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποφευχθεί. Ωστόσο, η πραγματικότητα υπήρξε διαφορετική. Η Κρατική δεν είναι πλέον όπως επί δικής του καλλιτεχνικής διεύθυνσης. Απουσιάζει εμφανώς η πειθαρχία, όχι μόνον από τα κόρνα, τα οποία δεν βρέθηκαν σε καλή βραδιά. Λείπει επίσης το φινίρισμα, η τελική επεξεργασία του ήχου και του σχηματισμού των φράσεων.

Τα προβλήματα φάνηκαν από την αρχή. Παρότι ο Χριστόπουλος δεν επέλεξε ιδιαίτερα γρήγορη ταχύτητα –ειδικά για τα δικά του δεδομένα– η ορχήστρα χρειάστηκε χρόνο μέχρι να βρει τον βηματισμό της στο πασίγνωστο, έντονα δραματικό πρώτο μέρος της Συμφωνίας. Τα πράγματα βελτιώθηκαν μετά τη σολιστική συνεισφορά του ομποΐστα Δημήτρη Βάμβα. Γενικότερα, ήταν κυρίως τα πνευστά (πλην κόρνων) εκείνα τα οποία προσέφεραν τις καλύτερες στιγμές, όπως, λόγου χάριν στο Τρίο, που βρίσκεται στο κέντρο του Μενουέτου. Συνολικά, την ερμηνεία του έργου θα ωφελούσε η σαφέστερη ανάδειξη των αντιθέσεων του διαρκούς διαλόγου ανάμεσα σε έντονα δραματικά και σε γαλήνια λυρικά στοιχεία, ώστε να προβληθεί ευκρινέστερα ο δραματικός χαρακτήρας της και να δικαιωθούν οι προθέσεις του συνθέτη.

Μακάρι να μπορούσε να γράψει κανείς καλύτερα για το Ρέκβιεμ που ακολούθησε. Παρότι σαφώς αρτιότερα προετοιμασμένο από τη Συμφωνία, η ερμηνεία του υπολειπόταν κυρίως σε συναισθηματική επένδυση: η γενική εντύπωση ήταν αυτή μιας αμέτοχης ανάγνωσης ενός συγκλονιστικού έργου. Υπήρχε αποστασιοποίηση από το μήνυμα που τόσο συνταρακτικά εκφράζεται μέσα από κείμενο και μουσική: Γοργά μέρη, που όμως δεν ήταν όσο θυελλώδη θα φανταζόταν κανείς για μία «Ημέρα οργής», κατά την οποία «ο κόσμος θα αφανιστεί» και λυρικά μέρη από τα οποία απουσίαζε η συγκίνηση της «πολυδάκρυτης ημέρας» κατά την οποία «από την τέφρα θα αναγεννηθεί ο ένοχος για να κριθεί».

Σε διαφορετικό επίπεδο κινήθηκε η διάσημη Χορωδία «Αρνολντ Σένμπεργκ», καθώς από το τραγούδι της, πειθαρχημένο, ακριβές, γεμάτο διαφοροποιήσεις δυναμικής και αποχρώσεις, αναδείχτηκαν τα συναισθήματα που περιγράφουν λόγος και μουσική. Ισορροπημένο υπήρξε, επίσης, το κουαρτέτο των μονωδών: η υψίφωνος Μυρτώ Παπαθανασίου τραγούδησε με ευγένεια, η Θεοδώρα Μπάκα υποστήριξε με θερμή φωνή το μέρος της μεσοφώνου, ο τενόρος Χουάν Σάντσο ερμήνευσε με λυρισμό το δικό του μέρος και ο βαθύφωνος Βίτο Πριάντε συνεργάστηκε επιτυχημένα με την τρομπέτα του Γιάννη Καραμπέτσου στο μέρος «Σάλπιγγα, σκορπίζοντας θαυμασμό», διαθέτοντας ομοιογενή, ευχάριστα ηχηρή φωνή.

Στυλ και ακρίβεια

Για την απόδοση των έργων του Μότσαρτ ο Χριστόπουλος επέλεξε περιορισμένο υποσύνολο της Κρατικής, με στόχο έναν ήχο πιο ευέλικτο, λιγότερο βαρύ, πλησιέστερο στο αισθητικό ιδεώδες του τέλους του 18ου αιώνα. Το βράδυ της επομένης ο Γιώργος Πέτρου ερμήνευσε έργα Χάιντν διευθύνοντας όσα λιγοστά έγχορδα έχουν απομείνει στην πολύπαθη Καμεράτα, καθώς επίσης συνεργαζόμενα πνευστά, τσέμπαλο και εκκλησιαστικό όργανο. Με εξαίρεση τα κόρνα, οι μουσικοί ερμήνευαν σε «όργανα εποχής».

Το περιορισμένο αυτό σύνολο δικαιολογείται ιστορικά, αλλά πολύ περισσότερο δικαιώθηκε στην πράξη, καθώς ο άριστα εστιασμένος, ομοιογενής και φωτεινός ήχος του δεν αντιμετώπισε κανένα πρόβλημα στη μεγάλη αίθουσα. Αντίθετα μάλιστα: χάρη στην εμπνευσμένη διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου, την προσεγμένη άρθρωση των φράσεων σε σαφείς εκφραστικές υποενότητες, τους χαρακτηριστικούς τονισμούς, την πλαστικότητα των ταχυτήτων, το δυναμισμό αλλά και τη λεπτότητα σε όσα σημεία που το απαιτούσε η γραφή, με δυό λόγια χάρη στη μουσικότητα της ερμηνείας, αναδείχτηκε με υποδειγματικό τρόπο η γνωστή «Πένθιμη» Συμφωνία και υποστηρίχτηκε άριστα το πολύ λιγότερο γνωστό «Στάμπατ Μάτερ» του Χάιντν.

Η δυναμική πλευρά του Πέτρου είναι γνωστή. Ωστόσο, η απόδοση της δραματικής έντασης, λόγου χάριν, στο πρώτο μέρος της Συμφωνίας, ήταν εξίσου αποτέλεσμα της ακρίβειας των άριστα συντονισμένων εγχόρδων, όσο και της αίσθησης του ύφους ενός είδους μουσικής με το οποίο ο Πέτρου είναι άριστα εξοικειωμένος. Ακόμα περισσότερο ικανοποίησε ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν τα λυρικά μέρη, η ευγένεια και η τρυφερότητα στο αργό μέρος της Συμφωνίας αλλά και σε αρκετά από τα μέρη του «Στάμπατ Μάτερ» όπως, για παράδειγμα, στην άρια της υψιφώνου «Ποιος μπορεί να κρατήσει τα δάκρυά του». Συνέβαλε, βεβαίως, η φωτεινή φωνή της Μυρσίνης Μαργαρίτη, η οποία τραγούδησε με άριστα εστιασμένο, αβίαστα ελεγχόμενο ήχο ακόμα και στα μέρη μεγάλης δεξιοτεχνίας, όπως το τελικό «Αμήν». Συνολικά, και αυτό το κουαρτέτο μονωδών υπήρξε ισορροπημένο. Από τη μεσόφωνο Ειρήνη Καράγιαννη ζητήθηκε η χαμηλότερη περιοχή της ωραίας φωνής της, ειδικά στη συγκινητική άρια «Με σένα θέλω να θρηνολογώ», όπου αποφασιστική ήταν η συμβολή του Βάμβα (και εδώ) με όμποε εποχής όπως και του Μάρκελλου Χρυσικόπουλου στο εκκλησιαστικό όργανο. Ο τενόρος Βασίλης Καβάγιας έχει κάνει φανερά βήματα σε ό,τι αφορά την έκφραση, όπως φάνηκε ιδιαίτερα στη δεύτερη άριά του «Το γλυκό της το παιδί», ενώ η μεστή, αρρενωπή φωνή του βαθύφωνου Πέτρου Μαγουλά εκτιμήθηκε στη δική του άρια «Για τις δικές μας αμαρτίες». Μία συναυλία που άφησε σπάνιο αίσθημα πληρότητας.