ΜΟΥΣΙΚΗ

Τριήμερο μουσικό «προσκύνημα»

triimero-moysiko-proskynima-2091354

Σε ρυθμούς Glastonbury έζησε το περασμένο Σαββατοκύριακο η Βρετανία, καθώς το σπουδαιότερο μουσικό φεστιβάλ του πλανήτη συγκέντρωσε όλα τα βλέμματα και έγραψε άλλη μία σελίδα στην πλούσια ιστορία του. Και μπορεί πλέον η μεγάλη γιορτή της μουσικής να έχει μεγάλο οικονομικό κόστος (τα φετινά 250 ευρώ του εισιτηρίου αποτελούν ρεκόρ), όμως αυτό δεν εμποδίζει κυριολεκτικά εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου να συρρεύσει στην περίφημη Worthy Farm, στο Σόμερσετ της νοτιοδυτικής Αγγλίας, προκειμένου να απολαύσει μέχρι εξαντλήσεως τις εκατοντάδες ζωντανές εμφανίσεις του τριημέρου.

Και βέβαια Glastonbury χωρίς απρόοπτα και γκρίνιες δεν γίνεται: διοργανωτές και φανς «πάγωσαν» όταν, πριν από μερικές εβδομάδες, είδαν τον Ντέιβ Γκρολ των Foo Fighters να σπάει το πόδι του –και να συνεχίζει να παίζει ο αθεόφοβος– κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας στη Σουηδία. Ετσι οι «σκληρoί» ρόκερς από το Σιάτλ αντικαταστάθηκαν από τους πολύ πιο indie Βρετανούς Florence and The Machine. Οι τελευταίοι, όπως ήταν αναμενόμενο, τα έδωσαν όλα –κάποιοι λένε και με μια δόση υπερβολής– προκειμένου να καλύψουν το κενό στο headline της Παρασκευής, και μάλλον τα κατάφεραν. Υπό άλλες συνθήκες, τα παράπονα και μόνο για τη μεγάλη αλλαγή του είδους της μουσικής θα ήταν ατελείωτα. Στο Glastonbury του 2015 όμως, όπου οι περισσότεροι πηγαίνουν (και) για την ατμόσφαιρα του πάρτι και με τη δεδομένη ποικιλία των ακουσμάτων, αυτό δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα.

Πρόβλημα όμως τελικά δεν ήταν και η εμφάνιση του Κάνι Γουέστ το βράδυ του Σαββάτου. Ο περσινός ντόρος με την ανακοίνωση των Metallica ως βασικού ονόματος επαναλήφθηκε και φέτος εις διπλούν για την «εισβολή» του πιο διάσημου ράπερ στον κόσμο σε ένα φεστιβάλ με ποπ-ροκ χαρακτήρα. Κι αν οι βασιλιάδες του μέταλ επέλεξαν να «τα σπάσουν» κανονικά, κερδίζοντας έτσι το κοινό, ο Κάνι Γουέστ υιοθέτησε μια πολύ πιο… μίνιμαλ τακτική. Υπό το εκτυφλωτικό λευκό φως των προβολέων, εκτέλεσε μια σειρά δημοφιλών κομματιών του, χωρίς συνοδεία μπαλέτων ή άλλων ειδικών εφέ. Για όσους ακόμα αμφέβαλλαν, προς το τέλος του σόου, πληροφόρησε το κοινό του πως παρακολουθεί «τον μεγαλύτερο εν ζωή ροκ σταρ στον πλανήτη»…

Πριν από τα δύο παραπάνω headlines, το κοινό είχε την ευκαιρία να δει κορυφαίους καλλιτέχνες, τόσο καταξιωμένους όσο και ανερχόμενους: o Φάρελ Γουίλιαμς, οι Motorhead, οι Alabama Shakes, οι Libertines, όλοι εμφανίστηκαν στην κεντρική σκηνή-πυραμίδα. Την παράσταση πάντως έκλεψε η Μέρι Τζ. Μπλάιτζ με μια εκπληκτική σόουλ r’n’b εμφάνιση, εν μέσω καταρακτώδους βροχής και με το κοινό να την αποθεώνει καθώς εκείνη ξεσπούσε σε κλάματα στο τέλος.

Συγκινήσεις

Ημέρα συγκινήσεων ήταν και η τρίτη του φεστιβάλ, όταν δύο αντιπροσωπευτικά ονόματα της ροκ μυθολογίας ανέβηκαν στο πάλκο. Η Αμερικανίδα «ιέρεια» του πανκ Πάτι Σμιθ υπενθύμισε σε όλους πως το ελευθεριακό πνεύμα δεν είναι ζήτημα ηλικίας, ενώ σε ένα πολύ τρυφερό εσταντανέ κάλεσε στη σκηνή τον Δαλάι Λάμα, προκειμένου να του κάνει αφιέρωση για τα ογδοηκοστά γενέθλιά του. Εκλεισε δε την εμφάνισή της διαλύοντας τις χορδές της κιθάρας της, ουρλίαζοντας κυριολεκτικά το «My Generation» και προαναγγέλοντας έτσι τους The Who, οι οποίοι και ολοκλήρωσαν αργότερα το φεστιβάλ. Οι βετεράνοι θεμελιωτές του ηλεκτρικού ήχου στη Βρετανία κατά τα τέλη της δεκαετίας του ‘60 αποτελούνται πια βασικά από τον Ρότζερ Ντάλτρεϊ και τον Πιτ Τάουνσεντ· η εικόνα του Κιθ Μουν βρισκόταν σε μια βιντεοπροβολή στο πίσω μέρος της σκηνής. Και μπορεί να φαντάζει λίγο περίεργο για έναν 71χρονο, σαν τον Ντάλτρεϊ, να τραγουδά για το πως ελπίζει να πεθάνει πριν γεράσει, όμως είναι βέβαιο πως οι The Who –όπως απέδειξαν και οι Rolling Stones το 2013– μπορούν ακόμα να διδάξουν ένα-δυο πράγματα.

Από το 1970 ο κόσμος μαζεύεται κάθε καλοκαίρι στους αγρούς της νοτιοδυτικής Αγγλίας, προκειμένου να γιορτάσει τη μουσική. Εκείνο το πρώτο φεστιβάλ, βέβαια, με τους 1.500 θεατές και τη μία λίρα εισιτήριο, καμία σχέση δεν έχει με το σήμερα. Η βρετανική νεολαία –και όχι μόνο– συγκεντρώνεται πια για τρεις μέρες εν είδει προσκυνήματος, όχι τόσο στη μουσική αλλά μάλλον στο κοινό αυτό πνεύμα της γιορτής, του ξεφαντώματος, της (πραγματικά απίστευτης) κατανάλωσης αλκοόλ, της αίσθησης ότι ανήκεις κάπου με κάποιον (υψηλό) σκοπό, έστω και για το σύντομο αυτό διάστημα. Πολιτικοί και περιβαλλοντικοί ακτιβιστές, ενθουσιώδεις νεαροί, φρικιά μεταμφιεσμένα, τουρίστες, μέχρι και πανεπιστημιακοί καθηγητές ενώνονται για τρεις μέρες μέσα στη λάσπη που παραδοσιακά γεμίζει τους χώρους ανάμεσα στις κοντινά τοποθετημένες σκηνές τους. Οπως έγραψε και ο τεχνοκριτικός του Guardian Τζόναθαν Τζόουνς: «To Glastonbury είναι έργο τέχνης. Είναι αριστούργημα».