ΜΟΥΣΙΚΗ

Ερμηνείες επαρκείς αλλά δίχως χαρακτήρα

ermineies-eparkeis-alla-dichos-charaktira-2106177

Χωρίς μείζονες αδυναμίες αλλά και δίχως κάποιο ξεχωριστό ενδιαφέρον πραγματοποιήθηκε η δεύτερη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στις 9 Οκτωβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Υπό τη διεύθυνση του Κάρολου Τρικολίδη η πρώτη ορχήστρα της χώρας ξεκίνησε ερμηνεύοντας το «Πανηγύρι», σύνθεση που ο Μάριος Βάρβογλης ολοκλήρωσε το 1909 στο Παρίσι. Το έργο είναι εμφανώς επηρεασμένο από Γάλλους συνθέτες όπως ο Ραβέλ και ο Ντεμπισί, οι οποίοι εκείνη την περίοδο άνοιγαν νέους δρόμους. Μάλλον δεν είναι συμπτωματικό ότι το περίφημο «Γιαρούμπι», που επέλεξε να τοποθετήσει ο Βάρβογλης στον πυρήνα του «συμφωνικού ποιήματός» του, είχε μόλις μελοποιηθεί από τον Ραβέλ στις «Πέντε ελληνικές λαϊκές μελωδίες» (1906/1909). Σε κάθε περίπτωση, η νεανική σύνθεση του Βάρβογλη, έργο που αναζητά αλλά δεν έχει ακόμα σαφή υπογραφή, αποτελείται από αρκετές επί μέρους ενότητες. Καθεμιά τους έχει διαφορετική διάθεση και η πρόκληση για τον αρχιμουσικό είναι να προσδώσει ενότητα στη σύντομη σύνθεση, γεγονός που επιτεύχθηκε οριακά. Ακολούθησε το πρώτο Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα του Σεργκέι Προκόφιεφ. Ο συνθέτης δίνει ξεκάθαρα τον πρώτο ρόλο στο σολιστικό μέρος, το οποίο κατά τη συγκεκριμένη βραδιά αποδόθηκε σε Στραντιβάριους από τον Λίνους Ροτ. Ο Γερμανός βιολονίστας διέθετε τη δεξιοτεχνία για το πρώτο και ιδιαίτερα για το ζωηρό δεύτερο μέρος, ήταν τεχνικά ασφαλής και ορθοτονικά ακριβής. Πάνω απ’ όλα, όμως, ξεχώρισε στο τρίτο μέρος για την εκφραστικότητα με την οποία ερμήνευσε τον τόσο χαρακτηριστικό λυρισμό του Προκόφιεφ, έκφραση μίας ιδιαίτερης μελαγχολίας που διατρέχει το μεγαλύτερο μέρος του συμφωνικού του έργου.

Μετά το διάλειμμα η ορχήστρα απέδωσε τις δημοφιλείς «Εικόνες από μια έκθεση» του Μούσοργκσκι σε ενορχήστρωση του Ραβέλ. Κατ’ εξοχήν αφηγηματικό έργο, σπονδυλωτό, αποτελούμενο από δέκα «εικόνες», ζητά από αρχιμουσικό και ορχήστρα να δημιουργήσουν με σαφήνεια την ατμόσφαιρα κάθε «πίνακα» μέσα σε λίγα λεπτά. Στις σκοτεινές, δραματικές ή μεγαλόπρεπες «εικόνες», όπως η «Βοϊδάμαξα», οι «Κατακόμβες» και η «Μεγάλη πύλη του Κιέβου», η Κρατική και ο Τρικολίδης ανταποκρίθηκαν με συντονισμένο, επιβλητικό ήχο και ερμηνευτική ένταση. Στις ανάλαφρες ενότητες, όπως το «Μπαλέτο με τα κλωσσόπουλα» και η «Αγορά της Λιμόζ», η ερμηνεία υπολειπόταν σε ελαφράδα, διαφάνεια, αιχμές και εν τέλει χαρακτήρα.