ΜΟΥΣΙΚΗ

Τα αναρίθμητα πρόσωπα της ποιοτικής Καμεράτας

kamerata1

«Φίλησέ με, Καίτη», «Σουμπερτιάδα», «Μεσσίας», «Αφιέρωμα στον Γ. Στράους», «Στη σωφρονιστική αποικία»: ένα αμερικανικό μιούζικαλ, μια βραδιά με έργα ενός από τους σημαντικότερους Βιεννέζους συνθέτες ανάμεσα στον κλασικισμό και στον ρομαντισμό, ένα από δημοφιλέστερα ορατόρια του μπαρόκ, μία συναυλία με ελαφρά κλασική μουσική και μία όπερα του πρωθιερέα του μινιμαλισμού: παρά τα ποικίλα και σημαντικά προβλήματά της, η Καμεράτα παρουσιάζει μακράν τον πιο ενδιαφέροντα και πολύπλευρο προγραμματισμό από τα συμφωνικά μουσικά σύνολα της χώρας.
Η ποιότητα των ερμηνειών της έχει προ πολλού εκτιμηθεί και πέρα από τα ελληνικά σύνορα, τόσο χάρη σε συναυλίες στο εξωτερικό όσο και μέσα από τη διαρκώς διευρυνόμενη δισκογραφία της. Σε λίγους μήνες θα εμφανιστεί στο Πασχαλινό Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ: η πρώτη και μόνη ελληνική ορχήστρα μέχρι σήμερα. Διερωτάται κανείς πώς κανένας φορέας, κρατικός ή ιδιωτικός, δεν επιθυμεί ούτε καν να οικειοποιηθεί προς όφελός του αυτή την προβολή, στηρίζοντας το σύνολο. Αντ’ αυτού, διάφοροι οικονομικά εύρωστοι «φιλόμουσοι» χορηγοί, αντί να συνδράμουν έναν οργανισμό εμφανώς δημιουργικό, προτιμούν εμμονικά την εισαγωγή αξιών του παρελθόντος, προς τέρψιν πρωτίστως φίλων και κοσμικών.

Στράους forever

Η χρονιά ξεκίνησε με την Καμεράτα, που στις 4 Ιανουαρίου παρουσίασε τη δική της εκδοχή της βιεννέζικης «πρωτοχρονιάτικης συναυλίας». Είναι πραγματικό θαύμα του αυστριακού μάρκετινγκ ότι η συναυλία που πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1939, για την ενίσχυση της ναζιστικής οργάνωσης την οποία είχε ιδρύσει ο Χίτλερ, όχι μόνον αποκαθάρθηκε από το παρελθόν της και επιβίωσε μετά το τέλος του πολέμου, αλλά χάρη στην τηλεόραση, κυρίως μετά το 1987, αναδείχτηκε στη διασημότερη πρωτοχρονιάτικη συναυλία παγκοσμίως. Το περιεχόμενό της, οι συνθέσεις της οικογένειας Στράους, έχουν ανεξήγητα ταυτιστεί με την αρχή του έτους.

Ασφαλώς βοηθά η λάμψη της χρυσοποίκιλτης «Αίθουσας των Φίλων της Μουσικής» της Βιέννης, στην οποία πραγματοποιείται η συναυλία, καθώς παραπέμπει σε μιαν άλλοτε κραταιά αυτοκρατορία. Συμβάλλει, επίσης, η φήμη των διάσημων αρχιμουσικών που διαγκωνίζονται για να τη διευθύνουν, λόγω της τεράστιας προβολής. Είναι, όμως, πάνω απ’ όλα, η κολλητική αισιοδοξία και η νοσταλγία που εκπέμπουν με απίστευτη αμεσότητα τα βαλς, οι πόλκες και οι άλλοι χοροί, όπως σχηματοποιήθηκαν από τα μέλη της οικογένειας Στράους, με κορυφαίο τον Γιόχαν, τον νεότερο. Ετσι, σταδιακά δημιουργήθηκε ένα τελετουργικό που επαναλαμβάνεται σχεδόν απαράλλακτο κάθε χρόνο στη Βιέννη και ολοκληρώνεται απαρέγκλιτα με δύο έργα εκτός προγράμματος, το βαλς «Στον ωραίο γαλάζιο Δούναβη» και το «Εμβατήριο Ραντέτσκι», στο οποίο συμμετέχει «αυθόρμητα» το ακροατήριο. Ενα τελετουργικό που αναπαράγεται αυτούσιο σε πολλές πόλεις του κόσμου, ανάμεσα στις οποίες φέτος και η Αθήνα.

Στην εγχώρια «Αίθουσα των Φίλων της Μουσικής», λοιπόν, η Καμεράτα, υπό τον Γ. Πέτρου, παρουσίασε τη δική της, απολύτως αντίστοιχη βραδιά με μερικά από τα δημοφιλέστερα έργα της οικογένειας Στράους.

Εχοντας επεξεργαστεί τα έργα στη λεπτομέρειά τους, τους τονισμούς, τις ανεπαίσθητες χρονικές καθυστερήσεις, τις καταλήξεις των φράσεων, ο Πέτρου και η ορχήστρα προσέφεραν ένα κέντημα. Βοήθησε, βεβαίως, ο περιορισμένος αριθμός των εγχόρδων του συνόλου, ο οποίος στέρησε μεν την ορμή από ορισμένα βαλς, αλλά επέτρεψε να έρθουν ευχάριστα στο προσκήνιο τα σολιστικά ξύλινα πνευστά –φλάουτο, όμποε, κλαρινέτο– η άρπα και τα κρουστά.

Η ανάδειξη της ξεχωριστής νοσταλγίας της μουσικής και η εναλλαγή των ποικίλων διαθέσεων υπήρξαν η ξεκάθαρη συνεισφορά της μουσικής διεύθυνσης του Πέτρου. Ετσι, από τη μέθη του τελικού «Εμβατηρίου Ραντέτσκι» αναδύθηκαν όσα περιγράφει ο Γιόζεφ Ροτ στο αριστουργηματικό ομώνυμο μυθιστόρημά του, καθώς και στην «Κρύπτη των Καπουτσίνων»: η τελευταία αναλαμπή μιας πολυπολιτισμικής αυτοκρατορίας.

Μια «όπερα τσέπης»

Σε τελείως διαφορετικό μήκος κύματος, στις 30 Ιανουαρίου, η Καμεράτα παρουσίασε το ογδοντάλεπτο έργο «Στη σωφρονιστική αποικία» του Φίλιπ Γκλας, βασισμένο σε διήγημα του Φραντς Κάφκα. «Οπερα τσέπης», κατά τον συνθέτη, γραμμένη για κουιντέτο εγχόρδων, αποδόθηκε από 14 έγχορδα υπό τη διεύθυνση του Πέτρου. Ο τριπλασιασμός των μουσικών λειτούργησε θετικά. Κατ’ αρχάς έμοιαζε απαραίτητος, δεδομένου ότι οι μουσικοί είχαν τοποθετηθεί σε χώρο παράπλευρο της σκηνής και των θεατών, και συνεπώς ο ήχος μεταδιδόταν έμμεσα, μέσα από παράθυρα και μέσα από ηλεκτρική εγκατάσταση. Η έντασή του σε συνδυασμό με τη σφριγηλή, νευρώδη μουσική διεύθυνση του Πέτρου υπογράμμισαν περαιτέρω το δραματικό στοιχείο της παράστασης. Επιπλέον, η σαφήνεια στην απόδοση των διαρκώς εναλλασσόμενων ρυθμών και οι έντονες διακυμάνσεις δυναμικής ανάμεσα στα διακριτά επεισόδια συνεισέφεραν στη διαφοροποίηση των ενοτήτων του έργου και, συνεπώς, στον ρυθμό της παράστασης. Φωνητικά, οι δύο μονωδοί, ο επιβλητικός μπασοβαρύτονος Τίμος Σιρλαντζής ως Αξιωματικός και ο αξιόπιστος τενόρος Γιάννης Φίλιας ως Επισκέπτης, ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις, παρότι η ακουστική του χώρου δεν βοηθούσε.

Προκειμένου να αναδειχτεί ο πολιτικός χαρακτήρας και η αγριότητα του κειμένου, η Στέγη παρουσίασε το έργο στη Διπλάρειο Σχολή, όχι βέβαια ένα σωφρονιστικό κτίριο, αλλά μία αίθουσα στο υποβαθμισμένο κέντρο της Αθήνας, που μετατράπηκε σε λιγότερο συμβατικό θεατρικό χώρο. Ωστόσο, κανένας από τους δύο τραγουδιστές δεν ήταν σκηνικά πειστικός στον ρόλο του, κανένας από τους δύο δεν διέθετε ούτε την ηλικία ούτε το κύρος του χαρακτήρα που υποδυόταν. Αβοήθητοι από τον σκηνοθέτη (Πάρις Μέξης) κινήθηκαν μάλλον αμήχανα σε ένα έξυπνο, λιτό σκηνικό (Beetroot) και υποβλητικούς φωτισμούς (Γιώργος Τέλλος – Lighting Art). Με αυτά τα δεδομένα, η συναυλιακή απόδοση ίσως ήταν προτιμότερη.