ΜΟΥΣΙΚΗ

Η Κρατική απογειώθηκε από ικανούς ερμηνευτές

alpaslan-ertungealp-1--c--andrea-felvegi

Είναι κοινό μυστικό ότι η απόδοση της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών ποικίλλει ανάλογα με τις ικανότητες του εκάστοτε αρχιμουσικού. Στις 15/1 στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής», ο Τούρκος αρχιμουσικός, Αλπασλάν Ερτινγκεάλπ, ενέπνευσε τους μουσικούς και τους οδήγησε σε μία από τις επιτυχέστερες συναυλίες της καλλιτεχνικής περιόδου.

Οι ικανότητές του φάνηκαν από την αρχή αλλά εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα κατά την απόδοση της «Μεγάλης» Συμφωνίας του Σούμπερτ. Η διεύθυνση του Ερτινγκεάλπ ανέδειξε τις ποιότητες της μουσικής γραφής και επιβεβαίωσε ότι πρόκειται για μία από τις συναρπαστικότερες συνθέσεις του ρεπερτορίου. Οι μελετημένες διαβαθμίσεις στις διαρκώς εναλλασσόμενες εντάσεις δυναμικής και η πλαστικότητα στον χειρισμό της ταχύτητας είχαν ως αποτέλεσμα τον ορισμό υποενοτήτων στο πλαίσιο κάθε μουσικού μέρους και τη δημιουργία συνεκτικής αφήγησης. Η φυσικότητα με την οποία υλοποιούνταν οι μεταβάσεις ανάμεσα στις ενότητες δημιουργούσε μια αίσθηση αυτονόητου, καθώς περιλάμβανε ένα τεράστιο εκφραστικό φάσμα, από χαμηλόφωνες διατυπώσεις έως τα πλέον μεγαλόπρεπα ξεσπάσματα. Η συμβολή μιας πλειάδας καλών μουσικών της Κρατικής στο κόρνο (Κάκος), στο όμποε (Βάμβας), στο κλαρινέτο (Μουρίκης), στο φλάουτο (Δράκος) προσέθεσε στην απόλαυση και στον φροντισμένο ήχο.

Η βραδιά ξεκίνησε με τη μουσική μπαλέτου από την όπερα «Ιδομενέας, βασιλιάς της Κρήτης» του Μότσαρτ, που αποδόθηκε με «ιστορικά ενημερωμένη» σβελτάδα και αίσθηση της δραματικής έντασης της μουσικής. Μείζον έργο του πρώτου μέρους ήταν το δεύτερο Κοντσέρτο για πιάνο του Ιωσήφ Βαλέτ, με σολίστα τον Τ. Γουβέλη στον οποίο είναι αφιερωμένο το έργο. Ιδιαίτερα καλογραμμένη ως προς την ενορχήστρωση, όπως και με τεχνικά και δεξιοτεχνικά απαιτητικότατο μέρος για το πιάνο, η σύνθεση φάνηκε ποικιλοτρόπως αγκιστρωμένη στα διάσημα κοντσέρτα των αρχών του 20ού αιώνα. Η ίδια η τριμερής δομή της, η αξιοποίηση του πιάνου πρωτίστως ως κρουστού οργάνου και ο διάλογός του με την υπόλοιπη ορχήστρα, ο εξορισμός της μελωδίας, οι ενορχηστρωτικές επιλογές ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε τα κρουστά, φανέρωναν την πρόσθεση του συνθέτη για διάλογο με το παρελθόν. Η δε ερμηνεία προσδιορίστηκε αφενός από την εντυπωσιακή παρουσία του Γουβέλη, ο οποίος κυριάρχησε απολύτως στις ποικίλες απαιτήσεις του έργου, αφετέρου από την ικανότητα του Ερτινγκεάλπ να επιτύχει διαφάνεια, παρά την ενορχηστρωτική πυκνότητα της γραφής.