ΜΟΥΣΙΚΗ

Η Κρατική Ορχήστρα χάνει τον βηματισμό της

dontasss

Ανιση υπήρξε η συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στις 29 Ιανουαρίου στην «Αίθουσα Φίλων της Μουσικής». Τα έργα που επιλέχτηκαν, ανέδειξαν τα προβλήματα του συνόλου, ειδικά όσα αφορούν το σώμα των εγχόρδων, ενώ έγινε φανερό ότι για ορισμένες συνθέσεις, με τις οποίες η ορχήστρα δεν είναι εξοικειωμένη, ο προβλεπόμενος αριθμός δοκιμών απλά δεν επαρκεί.

Σε αυτές, όπως αποδείχτηκε, ανήκει η Πέμπτη Συμφωνία του Σιμπέλιους. Ειδικότερα, το ερμηνευτικά σύνθετο και τεχνικά απαιτητικό πρώτο μέρος της, απαιτεί έμπειρους μουσικούς ή/και έναν αρχιμουσικό ικανό να καθοδηγήσει κυρίως τα έγχορδα, ώστε να τα βοηθήσει να αποσαφηνίσουν το μουσικό υλικό. Η ανάγνωση της Κρατικής αποδείχτηκε δοκιμασία για τους ακροατές αλλά και για τους μουσικούς των εγχόρδων, οι οποίοι περιπλανήθηκαν σχεδόν δίχως πυξίδα στα επανερχόμενα, στροβιλιζόμενα μουσικά θέματα του πρώτου μέρους, με μόνους φάρους τα πνευστά, όπως τα κόρνα ή το φαγκότο του ικανότατου Αλέξανδρου Οικονόμου. Η ορχήστρα, υπό τη διεύθυνση του καλλιτεχνικού της διευθυντή Στέφανου Τσιαλή, βρήκε τον βηματισμό της μονάχα στην κατάληξη αυτού του μέρους, κατά την προβλεπόμενη συντονισμένη κλιμάκωση. Το λυρικό δεύτερο μέρος κύλησε με λιγότερα προβλήματα, καθώς η γραφή θέτει μικρότερες προκλήσεις. Στο τρίτο μέρος τα κόρνα προσέφεραν την απαραίτητη ανάταση, αποδίδοντας με ωραίο ήχο ένα από τα λυρικότερα και γνωστότερα μουσικά θέματα του Σιμπέλιους, το «κάλεσμα του κύκνου», παρασύροντας ολόκληρη την ορχήστρα.

Η βραδιά ξεκίνησε με τον «Μάκμπεθ», νεανικό συμφωνικό ποίημα του Ρίχαρντ Στράους, που ξεχειλίζει από ενθουσιασμό. Ο Στέφανος Τσιαλής απέδωσε στιβαρά την ασυγκράτητη φιλοδοξία του κεντρικού χαρακτήρα, όσο και τις σκοτεινές συγκρούσεις που οδηγούν στην τραγωδία, υπογραμμίζοντας το σκοτάδι ακόμα και στα λυρικά επεισόδια της μουσικής.

Ακολούθησε το Κοντσέρτο για όμποε και ορχήστρα του Μότσαρτ με σολίστα τον Δημήτρη Βάμβα, έναν από τους καλύτερους μουσικούς της Κρατικής. Καθώς ο συγκεκριμένος ασχολείται επίσης με όργανα εποχής και έχει εμπειρία σε ιστορικά ενημερωμένες ερμηνείες, δεν εξέπληξε ότι απέδωσε το έργο με μουσικότητα και αίσθηση του ύφους. Το δεύτερο μέρος πρόδιδε τρυφερότητα, το τρίτο ξεχώρισε για το χιούμορ, την κομψότητα και την ελαφράδα του. Εκφραστικές τρίλιες, λιγότερο επιτυχημένα διανθίσματα που χάθηκαν στην υπερβολική ταχύτητα, και έντονη συναισθηματική φόρτιση, προσδιόρισαν το αποτέλεσμα.