ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο έξοχος Ρίου Γκότο ερμηνεύει Παγκανίνι

o-exochos-rioy-gkoto-ermineyei-pagkanini

Στις 13 Μαΐου, κατά τη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής» υπό τη διεύθυνση του γνωστού μας Κρίστοφ Πόπεν, το ενδιαφέρον τράβηξε εξ ορισμού ο Ρίου Γκότο, ο 27χρονος Αμερικανοϊάπωνας βιολιστής, ο οποίος ερμήνευσε το πρώτο κοντσέρτο για βιολί του Νικολό Παγκανίνι.

Ο Γκότο υπήρξε από κάθε άποψη απολύτως συναρπαστικός. Κατ’ αρχάς, ο ήχος του ήταν γεμάτος και ομοιογενής από τη χαμηλότερη περιοχή έως τις ψηλότερες νότες. Το κάποτε ταιριαστά οξύ ηχόχρωμά του δεν έχανε τη λαμπρότητα, τον όγκο και την έντασή του ακόμη και σε φράσεις ακραίας δεξιοτεχνίας – και στον Παγκανίνι υπάρχουν αρκετές. Αυτές, λοιπόν, ο Γκότο τις απέδιδε με ακρίβεια που έκοβε την ανάσα, όχι μόνο καθώς προσγειωνόταν στις πιο ψηλές νότες με απόλυτη σιγουριά, αλλά και καθώς εκτελούσε τα πιο παράτολμα ποικίλματα με τρόπο που προκαλούσε θαυμασμό.

Στο λυρικό δεύτερο μέρος η ερμηνεία του βιολιστή ξεχώρισε για την έντονη συναισθηματική φόρτιση με την οποία επενδύθηκαν οι τρυφερές μελωδίες. Στο τελευταίο μέρος η ερμηνεία του Γκότο ξεχείλιζε από την ίδια τη χαρά της μουσικής πράξης, ενώ το χιούμορ με το οποίο απέδωσε χαρακτηριστικές φράσεις συνεισέφερε στην ελαφράδα της ανάγνωσης.

Η παρουσία του Κρίστοφ Πόπεν στο πόντιουμ αποτελεί πάντοτε εγγύηση για την απόδοση της Κρατικής από ένα επίπεδο και πάνω. Φάνηκε από την αρχή, καθώς η εισαγωγή «Το παραμύθι της ωραίας Μελουζίνας», έργο 32, διέθετε τον χαρακτηριστικό για τον Μέντελσον έντονο αλλά γαλήνιο λυρισμό, ο οποίος διακρίνεται από ένα απολλώνιο φως που εκπέμπει η μουσική, όχι άσχετο με τη χρήση του φλάουτου στην ενορχήστρωση.

Η θετική εντύπωση ολοκληρώθηκε με τη δεύτερη συμφωνία του Μπραμς, η οποία ακούστηκε στο δεύτερο μέρος της βραδιάς. Ο Πόπεν ανέδειξε τα μείζονα αλλά και τα δευτερεύοντα μουσικά θέματα του έργου αξιοποιώντας με επιτυχία όλες τις ομάδες μουσικών, ιδιαίτερα όμως τα χαμηλά έγχορδα, τσέλα και κοντραμπάσα, καθώς επίσης τα χάλκινα πνευστά.

Συνολικά, η ερμηνεία διέθετε παλμό και δύναμη, στο τρίτο μέρος οι αντιθέσεις προβλήθηκαν με σαφήνεια, ενώ στο τελευταίο η εκφραστικότητα του διαλόγου ανάμεσα στα μουσικά θέματα, παρά την καθαρότητα της ανάγνωσης, δεν ξεπέρασε τις δυνατότητες της ορχήστρας.