ΜΟΥΣΙΚΗ

Ενθαρρυντική «Αλτσίνα» από την ομάδα «Ραφή»

entharryntiki-altsina-apo-tin-omada-rafi-2140709

Με την παρουσίαση της αριστουργηματικής τρίπρακτης όπερας «Αλτσίνα» του Χέντελ στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων, η ομάδα μουσικού θεάτρου «Ραφή» προχώρησε στο πιο φιλόδοξο, μέχρι σήμερα, σχέδιό της. Μετά μια σειρά σχετικά σύντομων και λιγότερο γνωστών έργων, όπως η κωμική όπερα δωματίου «Η Σταχτοπούτα» της Πολίν Βιαρντό, που είχε παρουσιαστεί στο θέατρο Skrow το φθινόπωρο 2014, και η μονόπρακτη όπερα-μπαλέτο «Πυγμαλίων» του Ζαν-Φιλίπ Ραμό, που δόθηκε στο θέατρο Πόρτα ένα χρόνο αργότερα, φέτος τα μέλη της ομάδας «Ραφή» επέλεξαν ένα από τα διασημότερα έργα του μπαρόκ: μία όπερα η οποία γράφηκε από τον Χέντελ για αστέρες της εποχής όπως η Αννα Μαρία Στράντα, η οποία ερμήνευσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο το 1735 κατά την παγκόσμια πρώτη στο Λονδίνο, και ο καστράτος Τζοβάνι Καρεστίνι, ο οποίος σημείωσε τόση επιτυχία ως Ρουτζέρο ώστε, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, να υποχρεώνεται από το κοινό να επαναλαμβάνει την αριστουργηματική άριά του «Πράσινα λιβάδια» («Verdi prati») σε κάθε παράσταση.

Εξυπνη μεταγραφή

Η «Αλτσίνα» δεν είναι άγνωστη στο οπερόφιλο αθηναϊκό κοινό. Είχε παρουσιαστεί με εξαιρετική επιτυχία τον Ιανουάριο του 2005 από την Εθνική Λυρική Σκηνή σε μουσική διεύθυνση Μίλτου Λογιάδη και λιτή, ευρηματική σκηνοθεσία του Παναγή Παγουλάτου. Είχε προσφέρει την ευκαιρία στην υψίφωνο Μάτα Κατσούλη να πλάσει έναν από τους λαμπρότερους ρόλους στη σταδιοδρομία της και στη μεσόφωνο Μαίρη-Ελεν Νέζη να ξεχωρίσει ως ποιητικός Ρουτζέρο, στο πλαίσιο μιας συνολικά υψηλού επιπέδου ισορροπημένης διανομής.

Προφανώς το εγχείρημα της ομάδας «Ραφή» δεν μπορεί, ούτε άλλωστε φιλοδοξεί να συγκριθεί με τις δυνατότητες που έχει μια κρατική σκηνή. Υπήρξε, ωστόσο, ένα επιτυχημένο εγχείρημα, το οποίο έδωσε τη δυνατότητα να παρουσιαστεί η ουσία της υπέροχης όπερας του Χέντελ σε ένα κοινό που, ενδεχομένως, δύσκολα θα περνούσε το κατώφλι της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Για τις ανάγκες της παραγωγής το έργο μεταγράφηκε από τον Μιχάλη Παπαπέτρου για κουαρτέτο εγχόρδων και τσέμπαλο. Παρότι η απουσία των πνευστών δεν ήταν αμελητέα, η μεταγραφή υπήρξε ευρηματική, καθώς αναπλήρωσε με επιτυχία το κενό. Εξυπνες ήταν επίσης οι περικοπές, συνήθεις –έως και αναμενόμενες– σε σοβαρές ιταλικές όπερες του 18ου αιώνα, όπου η ακολουθία από συμμετρικές, τριμερείς άριες μπορεί εύκολα να κουράσει ένα λιγότερο εξοικειωμένο κοινό. Περικοπές, λοιπόν, έγιναν στα αφηγηματικά μέρη αλλά και στις άριες: ορισμένες αφαιρέθηκαν, ενώ από άλλες περικόπηκαν τμήματα, όπως συνηθέστερα η διανθισμένη επανάληψη του αρχικού μέρους. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι ποικίλες επεμβάσεις δεν έπληξε το μουσικό αποτέλεσμα ενώ, αντίθετα, «έσφιξε» τη δράση.

Συνωστισμός

Τη σκηνοθεσία και τον σκηνικό χώρο επιμελήθηκε ο Θέμελης Γλυνάτσης. Επικέντρωσε το ενδιαφέρον του κυρίως στην ανάδειξη των ξεχωριστών χαρακτηριστικών καθενός από τα πρόσωπα, πράγμα το οποίο πέτυχε μέσα από την κίνηση (σύμβουλος κίνησης: Κατερίνα Σπυροπούλου), την ενδυμασία (κοστούμια: Αλεξία Θεοδωράκη) και στοιχεία-σύμβολα, όπως οι γλυκές καραμέλες της Αλτσίνας, που παρέπεμπαν στον ηδονισμό του ρόλου, ή το ροζ μπαλόνι του «μικρού» Ομπέρτο, αναφορά στη νεαρή ηλικία και την αθωότητά του. Λιγότερο επεξεργασμένες φάνηκαν οι σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα, με αποτέλεσμα να μην αποσαφηνίζεται όσο θα ήταν απαραίτητο η αρκετά σύνθετη πλοκή, η οποία συσκοτίζεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι η ταυτότητα ορισμένων από τους χαρακτήρες είναι διπλή, λόγω της προβλεπόμενης μεταμφίεσής τους.

Στην περιορισμένη σκηνή του Θεάτρου της οδού Κυκλάδων βρίσκονταν διαρκώς οι επτά τραγουδιστές, οι πέντε μουσικοί και ακόμη επτά ηθοποιοί, οι οποίοι υποδύονταν τους άνδρες που η μάγισσα Αλτσίνα ως άλλη Κίρκη είχε μεταμορφώσει σε δέντρα, βράχους, ρυάκια και ζώα. Με άλλα λόγια, υπήρχε ένας συνωστισμός, ένα «φόρτωμα», στοιχείο του μπαρόκ ασφαλώς, που όμως δεν βοηθούσε τη σαφήνεια της περίπλοκης αφήγησης.

Τους ιδιαίτερα απαιτητικούς ρόλους υποστήριξαν με ικανοποιητικό τρόπο κυρίως νεαροί τραγουδιστές, παρά την προφανή έλλειψη εξοικείωσής τους με την αισθητική, τους ξεχωριστούς κανόνες, αλλά και την τεχνική που απαιτεί το μπαρόκ ρεπερτόριο. Στις 7 Ιουνίου την Αλτσίνα υποδύθηκε η υψίφωνος Μιράντα Μακρυνιώτη. Με φωνή ωραία και άνετη, ιδιαίτερα στη μεσαία και ψηλή περιοχή, απέδωσε εκφραστικά τις απαιτητικότατες άριες της κεντρικής ηρωίδας. Μεγαλύτερη σκηνική εμπειρία είναι πιθανό να της επιτρέψει μελλοντικά να αφήνεται περισσότερο στην ηδονή αυτής της μουσικής. Την αδελφή της Μοργκάνα υποδύθηκε η υψίφωνος Μάιρα Μηλολιδάκη, φωνή με μεγάλες ευκολίες, ενώ τον Ομπέρτο τραγούδησε με δροσερή φωνή η επίσης υψίφωνος Μαριλένα Χρυσοχοΐδη. Υγιείς και εύρωστες φωνές διέθεταν ο τενόρος Γιάννης Φίλιας (Ορόντε) και ο βαρύτονος Σωτήρης Τριάντης (Μελίσο), οι οποίοι επιπλέον ανταποκρίθηκαν με επιτυχία στις δεξιοτεχνικές απαιτήσεις της μουσικής τους. Η μεσόφωνος Αθηνά Καστρινάκη (Μπρανταμάντε) ξεχώρισε για το ενδιαφέρον ηχόχρωμα της φωνής, ενώ ο πρωταγωνιστικός ρόλος του Ρουτζέρο φάνηκε να ξεπερνά τις δυνατότητες της μεσοφώνου Αναστασίας Κότσαλη.

Την παράσταση στήριξε από το τσέμπαλο ο ακούραστος Μιχάλης Παπαπέτρου, ενώ το κουαρτέτο εγχόρδων αποτελούσαν η βιολονίστρια Ντέμπορα Κατς, όχι δίχως προβλήματα, και ο συνάδελφός της Περικλής Τιμπλαλέξης, ο βιολιστής Φώτης Παπαντωνίου καθώς επίσης και ο καλός τσελίστας Γιάννος Γιόβανος.