ΜΟΥΣΙΚΗ

Η σκοτεινή γοητεία της «Περουζέ»

i-skoteini-goiteia-tis-peroyze-2256515

Το νερό και η «Περουζέ» δεν τα πήγαιναν ποτέ καλά. Αν και η όπερα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη διαδραματίζεται σε ένα παραθαλάσσιο χωριό, το υδάτινο στοιχείο κόντεψε να την καταστρέψει. Οι παρτιτούρες του έργου, που έγινε σουξέ μετά την πρεμιέρα του το 1911 και ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό, είχαν σχεδόν καταστραφεί από την υγρασία. Ωστόσο, ο Βύρωνας Φιδετζής, ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Φιλαρμόνιας Ορχήστρας Αθηνών, αποκατέστησε τις παρτιτούρες του Σακελλαρίδη και παρέδωσε στον σκηνοθέτη Θεόδωρο Αμπαζή ένα έργο καθόλου «στεγνό», που παρουσιάζεται απόψε στο Ηρώδειο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.

«Στην αρχή δεν ήμουν σίγουρος ότι μου ταιριάζει το ύφος του Σακελλαρίδη, τον οποίο γνωρίζουμε κυρίως για τις οπερέτες του. Από την άλλη, μου φάνηκε δελεαστικό να δω την παρτιτούρα και έπαθα πλάκα επειδή υπάρχει μια πλευρά του συνθέτη που είναι πλούσια και βαθιά, ήταν ένα φοβερό ταλέντο δραματουργικά. Για μένα είναι ένα έναυσμα να ξαναδιαβάσουμε τους Ελληνες λυρικούς καλλιτέχνες του 19ου και 20ού αιώνα», μας λέει ο κ. Αμπαζής, ο οποίος πιστεύει ότι ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης είχε τη μοίρα του Μολιέρου. Αν και ήθελε να γίνει γνωστός ως δραματικός δημιουργός, η υστεροφημία του στηρίχθηκε στο κωμικό στοιχείο, όπως στις οπερέτες «Βαφτιστικός» ή στο «Πικ – νικ», αλλά και σε τραγούδια, όπως το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του».

Η «Περουζέ», αν και γνωστή από το τραγούδι «Η νεράιδα του γιαλού», είναι ουσιαστικά άγνωστη στο ευρύ κοινό, καθώς η τελευταία φορά που παρουσιάστηκε από τη Λυρική ήταν το 1950. «Εχουμε να κάνουμε με την πρώτη παρουσίαση ενός άγνωστου έργου και νομίζω ότι πρέπει να είναι κανείς αρκετά σεμνός και ταπεινός απέναντι στην παρτιτούρα που έχει γράψει ο συνθέτης και να παρουσιαστεί το έργο όσο πιο πιστά γίνεται με αυτό που έχει φανταστεί ο δημιουργός του, με ορισμένες παραλληλίες με το σήμερα, όπως κάποιες εκφραστικές κινήσεις», σημειώνει ο κ. Αμπαζής. Μουσικά, το έργο αποτυπώνει τις επιρροές του συνθέτη, διακρίνονται ελληνικά στοιχεία και «πιασάρικες» μελωδίες, ενώ, σύμφωνα με τον κ. Αμπαζή, ο Σακελλαρίδης αναδεικνύεται σε έναν συνθέτη «στιβαρό» και εξαιρετικό ενορχηστρωτή που καταφέρνει να παράγει έναν πλούσιο ήχο με μια μικρή ορχήστρα.

Στην υπόθεση του έργου, η Περουζέ είναι η νεαρή σύζυγος του βασιλιά των τσιγγάνων. Ερχόμενη σε ένα παραθαλάσσιο χωριό, ερωτεύεται τον αρραβωνιασμένο Θάνο. Ο έρωτάς τους συμβολίζει το φως και το σκοτάδι, την τακτοποιημένη ζωή που ονειρεύεται η Περουζέ και το ρίσκο που αναζητεί ο συμβατικός Θάνος. «Η Περουζέ δεν είναι μια Κάρμεν, δεν είναι μια πριμαντόνα που θα ασκήσει γοητεία σε όλο το κοινό, είναι ένα πλάσμα που την περιφέρουν οι τσιγγάνοι σαν μια αρκούδα για να κάνει το σόου της και να τους αφήσουν να κατασκηνώσουν εκεί. Ο Θάνος ελκύεται από το άγνωστο, από τον κόσμο των τσιγγάνων και πάει εκεί όπου ξέρει ότι θα καεί. Σαν να συναντιούνται το νερό και η φωτιά», λέει ο κ. Αμπαζής.

Στην παράσταση δεν χρησιμοποιούνται ηθοποιοί ή χορευτές, η θεατρική κίνηση γίνεται από τους μονωδούς, με την Κασσάνδρα Δημοπούλου και τον Φίλιππο Μοδινό στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, και τις χορωδίες. Ο σκηνοθέτης προτίμησε να χρησιμοποιήσει θεατρικά υλικά για το ανέβασμά της με αρκετή δράση στη «γεμάτη» από κόσμο σκηνή. Η Φιλαρμόνια Αθηνών, ντυμένη σε αποχρώσεις του γαλάζιου, θα συμβολίζει τη θάλασσα μέσα από την οποία θα αναδύεται η Περουζέ. Αρκεί το νερό, της βροχής αυτή τη φορά, να μη σταθεί ξανά εμπόδιο στη συνάντηση της Περουζέ με το κοινό της.

​​Περουζέ, 16-17/6, Ωδείο Ηρώδου Αττικού, 9 μ.μ.