ΜΟΥΣΙΚΗ

Εξυπνη διασκευή της «Οπερας του ζητιάνου» ως μιούζικαλ

2--16

Η «Οπερα του ζητιάνου» των Πέπους και Γκέι στην πολυσυζητημένη παραγωγή των Ρόμπερτ Κάρσεν και Ουίλιαμ Κρίστι παρουσιάστηκε την 1η Νοεμβρίου στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη». Κάρσεν και Κρίστι μετέγραψαν με σύγχρονο λεξιλόγιο τον χαρακτήρα και την αισθητική του αρχικού λαϊκού θεάματος, που παρουσιάστηκε στο Λονδίνο το 1728 και σατίριζε την ιταλική όπερα. Η υπόθεση αφορά μικροαπατεώνες, πόρνες και φονιάδες που συναλλάσσονται με την αστυνομία, ενώ στη μουσική κυριαρχούν στροφικά τραγούδια και μπαλάντες, είδη με τα οποία το λαϊκό κοινό της εποχής ήταν εξοικειωμένο. Συνεπώς δίκαια το έργο μπορεί να θεωρηθεί προδρομική μορφή μιούζικαλ, και ως τέτοιο το παρουσίασαν οι Κάρσεν και Κρίστι. Αυτονόητα η πρόζα, που σε τέτοια θεάματα στοχεύει στην κριτική της τρέχουσας κατάστασης, ξαναγράφηκε περιλαμβάνοντας αναφορές στη σημερινή πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Αντίστοιχα, η μουσική δόθηκε σε νέα εναρμόνιση από τον Κρίστι και τους έμπειρους μουσικούς του συνόλου «Οι τέχνες ανθούσες». Ετσι κι αλλιώς, η εκτέλεση του έργου το απαιτεί, δεδομένου ότι πλήρως ενορχηστρωμένη έχει διασωθεί μονάχα η εισαγωγή της όπερας, ενώ οι μελωδίες των τραγουδιών –είτε εμπνευσμένες από παραδοσιακά ιρλανδέζικα και σκωτσέζικα τραγούδια είτε προερχόμενες από έργα άλλων «κλασικών» συνθετών– σώζονται μόνο με ανάριθμο βάσιμο, που σημαίνει ότι για την απόδοσή τους η αρμονία πρέπει να αποφασιστεί από τον εκάστοτε ερμηνευτή. Αυτό έκαναν οι μουσικοί του Κρίστι με γνώση και τόλμη, εισάγοντας σύγχρονα ακούσματα αλλά διατηρώντας επίσης μνήμες από την αρχική πρόθεση του Γκέι, τα τραγούδια να αποδίδονται χωρίς μουσική συνοδεία.

Στο πλαίσιο της αισθητικής ενός σύγχρονου μιούζικαλ με όργανα εποχής, το μικρό μουσικό σύνολο όπως και οι φωνές ενισχύθηκαν ηλεκτρικά. Εύλογα, οι ερμηνευτές προέρχονταν από τον χώρο του μιούζικαλ: τραγουδούσαν, χόρευαν (τις εξαιρετικές χορογραφίες της Ρεμπέκα Χάουελ) και έπαιζαν με την ίδια άνεση, κυρίως όμως ήταν πειστικοί στους ρόλους τους, υποδυόμενοι με «φυσική» φωνή και δίχως πόζα τους «καθημερινούς» χαρακτήρες που υποδύονταν. Για την ερμηνεία της στον ρόλο της κυρίας Πίτσαμ ξεχώρισε η Μπέβερλι Κλάιν. Σκιαγράφησε τη μόνη, δικαιολογημένη από το κείμενο γελοιογραφική προσωπογραφία της βραδιάς, ενώ οι υπόλοιποι ερμηνευτές ισορρόπησαν τη σάτιρα με τον ρεαλισμό: ο Μπέντζαμιν Πέρκις υπήρξε ο πολυπόθητος κακοποιός Μακίθ, η Κέιτ Μπάτερ ήταν η όχι και τόσο αφελής σύζυγός του Πόλι και η Ολίβια Μπρέρετον ερμήνευσε την αντίζηλό της Λούσι, ο Ρόμπερτ Μπαρτ απέδωσε τον μεγαλοαπατεώνα Πίτσαμ και ο Κρεγκ Θόρνμπερ τον Λόκιτ, διευθυντή των φυλακών.

Ολα διαδραματίστηκαν στο ευρηματικό, λειτουργικό σκηνικό από «χαρτοκούτες» του Τζέιμς Μπράντιλι. Η παραγωγή πρωτοπαρουσιάστηκε στο Παρίσι το περασμένο Απρίλιο και έφτασε στην Αθήνα ως συμπαραγωγή από ελληνικής πλευράς με την Αττική Πολιτική Εταιρεία.