ΘΕΑΤΡΟ

Το εφιαλτικό σύμπαν του «Βότσεκ»

Το εφιαλτικό σύμπαν του «Βότσεκ»

Ενας τεράστιος ασπρόμαυρος κύβος με σκελετό από σίδερο, που ζυγίζει δεκαέξι τόνους και έχει ύψος 7,5 μέτρα βρίσκεται στο κέντρο της σκηνής. Ανοιγοκλείνει, αλλάζει σχήμα και περιστρέφεται έως τις 360 μοίρες εντελώς αθόρυβα, σαν τρισδιάστατο μηχανικό παζλ.

Το σκηνικό της παράστασης του «Βότσεκ» μοιάζει με μια νοητική δοκιμασία κατασκευασμένη από περίπου 2,5 τόνους ξυλείας και διαθέτει δώδεκα μηχανικές κλειδώσεις, οι οποίες ασφαλίζουν και απασφαλίζουν τα επιμέρους στοιχεία του. Για τη δημιουργία του χρειάστηκαν δύο μήνες εντατικών εργασιών από την ομάδα του κατασκευαστικού εργαστηρίου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (ΕΛΣ), δηλαδή οκτώ σιδηροτεχνίτες, εννέα ξυλουργούς, τέσσερις γλύπτες και τέσσερις ζωγράφους.

Το τι συνέβαινε ακριβώς μέσα στο μυαλό του τραγικού Γιόχαν Κρίστιαν Βότσεκ, το ήξερε μόνον ο συγγραφέας του Γκέοργκ Μπίχνερ, που τον έπλασε το 1837, σε ηλικία μόλις 23 ετών, στο ομώνυμο έργο. Αυτό όμως που συμβαίνει τώρα στη νέα μεγάλη παραγωγή της όπερας «Βότσεκ» της ΕΛΣ, η οποία έκανε πρεμιέρα χθες το βράδυ (και για πέντε μόνον παραστάσεις), το γνωρίζει καλά ο Γάλλος σκηνοθέτης Ολιβιέ Πι που το εμπνεύστηκε, σε συνεργασία με τον μόνιμο συνεργάτη του Πιερ-Αντρέ Βάιτς που υπογράφει τα σκηνικά και τα κουστούμια: Είναι μια απόπειρα σκηνογραφικής αποτύπωσης της διαδικασίας εξάρθρωσης της ανθρώπινης λογικής.

Οσα διαδραματίζονται στη σκηνή της πρόβας που παρακολουθούμε, οικοδομούν ένα εφιαλτικό σύμπαν, ενώ όλοι οι συντελεστές –από τους τεχνικούς ώς τους λυρικούς τραγουδιστές– μοιάζουν σαν να αναδύονται και πάλι να χάνονται στην «κοιλιά» αυτού του πανίσχυρου σκηνικού – Λεβιάθαν. Καθώς τα επιμέρους κομμάτια μετακινούνται –δεκαέξι ειδικευμένοι τεχνίτες θα βρίσκονται στη σκηνή την ώρα της παράστασης συμβάλλοντας με τον τρόπο τους στην τελική κατάρρευση του στρατιώτη Βότσεκ– ο ήρωας βασανίζεται από την ίδια του την πόλη. Κινείται εντός της, από τη φυλακή στο νοσοκομείο, και από το σπίτι στην ταβέρνα, σαν παγιδευμένο ποντίκι μέσα στον λαβύρινθο εργαστηριακού πειράματος.

Λαβύρινθος χωρίς διέξοδο

to-efialtiko-sympan-toy-votsek0

Ο σκηνοθέτης Ολιβιέ Πι (δεξιά στη σκάλα). Στον απαιτητικό ρόλο του Βότσεκ, ο βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος (αριστερά στη σκάλα). ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

Ετσι ακριβώς χαρακτηρίζει το σκηνικό, «έναν λαβύρινθο χωρίς διέξοδο», ο Ολιβιέ Πι, καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ της Αβινιόν, που κλήθηκε στην Αθήνα γι’ αυτήν ακριβώς την παραγωγή: «Είναι τεράστιο, βαρύ και μοχθηρό», λέει. «Το ίδιο αποτελεί έναν θεατρικό χαρακτήρα.

Αποδίδει το βάρος της κοινωνίας που πιέζει και στο τέλος καταπλακώνει τον ήρωα ωθώντας τον στην τρέλα. Πρόκειται για μια πόλη, και ταυτόχρονα μια μηχανή βασανισμού».

Μιλάει πίνοντας τον καπουτσίνο του κάποια ώρα γύρω στις δέκα το βράδυ, στο διάλειμμα της πρόβας. Εχουν όλοι ξεκινήσει στις επτά το απόγευμα, και θα τελειώσουν περίπου τα μεσάνυχτα. Φαίνεται ήδη κουρασμένος, αλλά δεν χάνει το χιούμορ του. Εμφυτη ροπή προς τη χαρά;

Ψυχραιμία που αποκτήθηκε έπειτα από πολλά χρόνια εμπειρίας στη σκηνή; Βαθιά αγάπη για το θέατρο και τους ανθρώπους της, που αντέχει χωρίς γκρίνιες;

Τον είδα στη διάρκεια του πρώτου μέρους, καθισμένο στην μπροστινή σειρά της πλατείας ανάμεσα στους συνεργάτες του, να παρακολουθεί μιλώντας πού και πού χαμηλόφωνα μαζί τους. Ανετα μαύρα ρούχα και λευκά αθλητικά παπούτσια. Δεν σημειώνει σε μπλοκάκι τις παρατηρήσεις του, δεν διακόπτει την εξέλιξη της πρόβας. Κανένας εκνευρισμός. Φαίνεται σαν ξέγνοιαστος θεατής που δεν ενοχλείται από την αναστάτωση που επικρατεί στη σκηνή: Στο βάθος οι τεχνικοί συζητούν μεταξύ τους προσπαθώντας να βρουν τον καλύτερο τρόπο για να μετακινηθεί κάτι. Στο προσκήνιο οι ερμηνευτές συνεχίζουν να τραγουδούν με τη συνοδεία του πιάνου. Κάποιοι κομπάρσοι περνούν ξαφνικά φορώντας παράξενα κουστούμια, και παιδάκια –μέλη τη χορωδίας– τρέχουν ανάμεσα σε διάφορα αντικείμενα της παράστασης, νεκροκεφαλές και ψεύτικα πιστόλια, περιμένοντας τη σειρά τους.

to-efialtiko-sympan-toy-votsek1
Μάσκες, γυμνά σώματα, αισθητική καμπαρέ. Συχνά στοιχεία στο έργο του Πι.

Δείχνετε απόλυτα ήρεμος, του λέω. Σαν να μην καταβάλλετε καμία προσπάθεια για αυτή τη δουλειά. Με αυτό τον τρόπο εργάζεστε στις πρόβες; «Οταν φτάνω στην πρόβα, ξέρω ακριβώς τι θέλω να κάνω», απαντά. «Ποτέ δεν ψάχνω, γιατί πιο πριν έχω δουλέψει πάρα πολύ. Αν δεν υπάρχουν τεχνικά θέματα, προτιμώ να αρχίζω από την αρχή και μετά “περνάω” πολύ γρήγορα όλο το έργο. Χρειάζομαι συνήθως 5-6 μέρες για να ολοκληρώσω, και τότε έχω περίπου το 90% της παράστασης. Τοποθετώ πολύ νωρίς τους ηθοποιούς στην σκηνή, ώστε να υπάρχει στη συνέχεια πολύς χρόνος για επαναλήψεις. Πρέπει εκείνοι να γεμίσουν το σκελετό που έφτιαξα, και να βρει ο καθένας αυτό που δεν μπορεί να του υποδείξει κανείς άλλος παρά μόνον ο εαυτός του πάνω στη σκηνή. Είναι σαν να φτιάχνω εγώ το σχέδιο και οι ηθοποιοί να προσθέτουν τα χρώματα».

Συνεπώς, τι περιέχει αυτό το υπόλοιπο 10% της προετοιμασίας, που φαίνεται τόσο απλό; «Επαναλαμβάνουμε το έργο μέχρι να βρεθεί ο σωστός ρυθμός. Γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή όλα έχουν γίνει, και ταυτόχρονα δεν έχει γίνει τίποτε. Σιγά σιγά οι ηθοποιοί βρίσκονται σε ένα σημείο που δεν σκέφτονται τι κάνουν, ούτε γιατί το κάνουν, ή πού υποτίθεται ότι ήθελαν να φτάσουν. Και είναι πραγματικά ελεύθεροι να ερμηνεύσουν. Ερχομαι λοιπόν τόσο χαλαρός στην πρόβα, επειδή θέλω να τους βοηθήσω ώστε να νιώθουν ασφαλείς. Οι ηθοποιοί είναι η παράσταση».

Είναι και ο ίδιος ηθοποιός, αλλά και συγγραφέας. Επίσης εδώ και χρόνια κάνει μια διεθνή καριέρα ως σκηνοθέτης του θεάτρου και της όπερας. Προσεγγίζει διαφορετικά τα δύο είδη; «Προσπαθώ να κάνω θέατρο όπως κάνω όπερα και το αντίστροφο. Αλλωστε, στις θεατρικές παραστάσεις μου υπάρχει πάντοτε μουσική, μόνον που δεν είναι μια ορχήστρα, αλλά συνήθως ένα πιάνο. Ομως λατρεύω τους τραγουδιστές της όπερας, θεωρώ ότι κάνουν ένα από τα δυσκολότερα πράγμα στο θέατρο».

Ρομαντισμός και πολιτικός προβληματισμός

Σε μια παλιότερη συνέντευξη έχει πει για τον εαυτό του ότι είναι «ένας μεγάλος ρομαντικός», και είναι αλήθεια ότι οι περισσότερες σκηνοθεσίες του αφορούν την όπερα του 19ου αιώνα. Πώς βλέπει λοιπόν τον «Βότσεκ», ένα έργο προφητικό για τον υλιστικό 20ό αιώνα; «Μα κι εδώ έχουμε καθαρό ρομαντισμό», λέει. «Και ταυτόχρονα πολιτικό προβληματισμό. Αλλά ποιος είπε ότι αυτά τα δύο δεν συνυπάρχουν; Αλλωστε, δεν είμαι ένας Γάλλος, αλλά ένας Γερμανός ρομαντικός. Η γερμανική τέχνη και η λογοτεχνία ποτέ δεν κατάφεραν να απαλλαγούν από την κληρονομιά του ρομαντισμού: τα σκοτάδια, την τρέλα, τον θάνατο. Για εμένα το θέμα δεν είναι να υπάρχει μια πολιτική διάσταση, ή μια μεταφυσική διάσταση στην παράσταση, αλλά να δούμε τον τρόπο που αυτά τα δύο επικοινωνούν μεταξύ τους. Διότι και ο Μπίχνερ που πίστευε στην επανάσταση, ήθελε μεν να τελειώσει αυτός ο άνισος, άδικος κόσμος αλλά από την άλλη επιθυμούσε να διατηρήσει τη σχέση του με τον Θεό. Στο έργο υπάρχει μια διαρκής κραυγή προς τον ουρανό. Αλλά ο άνθρωπος είναι μόνος και εγκαταλελειμμένος στο κέντρο της ζωής του».

to-efialtiko-sympan-toy-votsek2
ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

Συνεπώς, ο σκηνοθετικός σχεδιασμός της παράστασης βασίστηκε στην ιδέα ενός υπαρξιακού δράματος; «Οταν ξεκινώ μια νέα παραγωγή, δεν έχω ποτέ μια κεντρική άποψη, ούτε ένα σχέδιο. Ξεκινώ από μια πολύ στενή σχέση με το έργο, που καλλιεργείται με υπομονή επί τουλάχιστον δύο χρόνια, μέχρι να δημιουργηθεί μεταξύ μας μια κατάσταση βαθιάς οικειότητας. Σε αυτό το διάστημα με τον συνεργάτη μου Πιερ-Αντρέ Βάιτς, φτιάχνουμε μοντέλα, φέρνουμε φωτογραφίες, διαβάζουμε και ξαναδιαβάζουμε. Και κάποτε, χωρίς να την περιμένω, έρχεται η στιγμή που αισθάνομαι ότι εγώ έχω γράψει το κείμενο και τη μουσική. Που αγαπώ το έργο βαθιά, και πιστεύω κάθε λέξη του λιμπρέτο. Τότε είμαι πια ελεύθερος να προχωρήσω».

Με αυτόν τον τρόπο δουλειάς, μεσολαβεί χρόνος από τη μια εργασία στην επόμενη; «Συνήθως κάνω 2-3 πράγματα ταυτόχρονα, για παράδειγμα όταν δεν είμαι στις πρόβες του “Βότσεκ”, μεταφράζω τον “Αμλετ” στα γαλλικά. Είναι μία ακόμη πνευματική ασχολία, αλλά με χαλαρώνει. Δουλεύω διαρκώς, δεν κάνω τίποτε άλλο. Αλλά για εμένα αυτό δεν είναι δουλειά, είναι ο τρόπος μου να απολαμβάνω τη ζωή».