ΘΕΑΤΡΟ

Το μεγάλο στοίχημα της Λυρικής με τη «Φόνισσα»

to-megalo-stoichima-tis-lyrikis-me-ti-fonissa-2034099

«Προτείνουμε τη "Φόνισσα" ως μια από τις δύο μεγάλες παραγωγές μας κατά την επόμενη καλλιτεχνική περίοδο» ανέφερε ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής κ. Μύρων Μιχαηλίδης κατά την εναρκτήρια ομιλία του Συμποσίου για τη «Φόνισσα», της εκδήλωσης που διοργανώθηκε στη Σκιάθο για την παρουσίαση της νέας όπερας του Γιώργου Κουμεντάκη με βάση το κλασικό διήγημα του Παπαδιαμάντη. Από την παραπάνω φράση γίνεται σαφώς αντιληπτή η σημασία την οποία η Λυρική προσδίδει στη συγκεκριμένη παραγωγή, δείγμα της οποίας είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε ζωντανά μαζί με εκατοντάδες ντόπιους που γέμισαν το ανοιχτό θέατρο «Μπούρτζι» ως επιστέγασμα της όμορφης φιλοξενίας στην οποία τα μέγιστα συνέβαλε (μαζί με τους χορηγούς) και ο Πολιτιστικός Σύλλογος «Η Σκιάθος».

Η μεταφορά του έργου

Γιατί όμως η «Φόνισσα»; Η επιλογή του συγκεκριμένου θέματος «από τη δεξαμενή του νεότερου ελληνικού πολιτισμού», όπως είπε και ο κ. Μιχαηλίδης, σχετίζεται προφανώς με την έντονη δραματικότητα που αυτό παρουσιάζει. Ο ψυχισμός του κεντρικού χαρακτήρα, της Φραγκογιαννούς, που τόσο έξοχα έπλεξε ο Παπαδιαμάντης ομοιάζει με αυτή των μεγάλων τραγικών ηρωίδων της όπερας και κατά τον Γ. Κουμεντάκη αποτέλεσε βασική πηγή έμπνευσης της σύνθεσής του. «Οσο καιρό έγραφα τη Φόνισσα, προσπάθησα να ξεχάσω την εξωτερική της εμφάνιση […] και να στραφώ, να φτάσω στο νου που, όπως λέει ο Παπαδιαμάντης «ψηλώνει». Τραγούδησα τη Φραγκογιαννού περισσότερο σαν ιδέα, ευχόμενος, όταν θα ερμηνευτεί ο ρόλος να εμπεριέχει στη φωνή και στο σώμα της μέτζο μας, τη δύναμη της εσωτερικής της περιπέτειας».

Σχετικά με αυτή την εσωτερική πάλη αλλά και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του λογοτεχνικού προτύπου, μίλησε η καθηγήτρια Φιλολογίας του ΑΠΘ κ. Γεωργία Φακίνου-Μαλαματάρη. Η άκρως ενδιαφέρουσα και περιεκτική παράθεση των διαφόρων προσεγγίσεων της έρευνας κατέστησε σαφές το εύρος της παπαδιαμαντικής προοπτικής και ταυτόχρονα της δυσκολίας που συνεπάγεται η μεταφορά της σε ένα άλλο είδος τέχνης. Πώς μεταφέρει άραγε κανείς τον απλοϊκό, βυθισμένο στη λαϊκή παράδοση και τις προκαταλήψεις κόσμο της Φραγκογιαννούς στην όπερα; Δυσκολία εξάλλου παρουσιάζει και ο ίδιος ο κεντρικός ρόλος, ο οποίος σύμφωνα με τον κ. Κουμεντάκη, απαιτεί πρωτόγνωρες αντοχές καθώς βρίσκεται περίπου δύο ώρες επί σκηνής παρακολουθώντας και κατευθύνοντας τα πάντα. Η Ειρήνη Τσιρακίδου πάντως που θα τον ερμηνεύσει (στη μια τουλάχιστον διανομή) φαίνεται να έχει όλα τα προσόντα για την «αποστολή». Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους ερμηνευτές οι οποίοι όπως είπαμε παρουσίασαν για χάρη μας τρία σύντομα αποσπάσματα του έργου το βράδυ της Κυριακής, αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις. Μουσική λιτή και εκφραστική, με περισσότερη ένταση και δράμα στα κατάλληλα σημεία – ασφαλώς επιφυλασσόμαστε για καλύτερα συμπεράσματα με το ολοκληρωμένο έργο. Οι δε ρόλοι φαίνονται καλά μοιρασμένοι (εξαιρετική και η Νίκη Χατζιράκη στον ρόλο της Κρινιώς) με το πολυφωνικό παραδοσιακό σύνολο να ξεχωρίζει.

Στο Μέγαρο

Οι πρώτες εντυπώσεις λοιπόν θετικές. Φυσικά όπως μας είπαν και οι συντελεστές από εδώ και πέρα αρχίζει μια νέα δύσκολη περίοδος κατά την οποία η παράσταση θα στηθεί στην τελική της μορφή για να κάνει πρεμιέρα στις 19 Νοεμβρίου στο Μέγαρο Μουσικής. Ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος Ευκλείδης, με τη συνεργασία πάντα του Γιώργου Κουμεντάκη, του λιμπρετίστα Γιάννη Σβώλου και του σκηνογράφου Πέτρου Τουλούδη, έχει να συντονίσει και να «κατανείμει» στον χώρο τρεις χορωδίες συν τη συμφωνική ορχήστρα αλλά και τους (πολλούς) μικρότερους ρόλους. Πάντως, αν το τελικό αποτέλεσμα συναγωνίζεται έστω και λίγο τη ζωντάνια και την καλή του διάθεση όλα θα είναι άψογα…