ΘΕΑΤΡΟ

Ανάμεσα σε δύο απώλειες, ο Αλέκος Συσσοβίτης επιλέγει τη ζωή

anamesa-se-dyo-apoleies-o-alekos-syssovitis-epilegei-ti-zoi-2079687

Το έργο που παίζει ο Αλέκος Συσσοβίτης με τη Ρούλα Πατεράκη στο Faust, τον γουστόζικο πολυχώρο που καθιέρωσε με τον συνέταιρό του στην Αθήνα της κρίσης, δίπλα στην Καπνικαρέα και στην πλατεία Αγίας Ειρήνης, τον αγγίζει ιδιαίτερα. Eνα προαναγεννησιακό κείμενο, που πραγματεύεται τη βαθιά αντιπαλότητα ανθρώπου και θανάτου με λυρισμό, ακρίβεια και χιούμορ. Από τα αριστουργήματα της γερμανικής λογοτεχνίας, «O θάνατος και ο αγρότης» του Γιόχαν φον Τεπλ, που θέτει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τον μεγαλύτερο εχθρό του, τον θάνατο, έχει έναν επιπλέον λόγο να τον συγκινεί. Τη ματαιοδοξία του ανθρώπου να ξεπεράσει τον θάνατο τη βίωσε και ο ίδιος κατά κάποιον τρόπο. «Πριν από λίγους μήνες έχασα τη μητέρα μου. Παρότι ήμουν προετοιμασμένος –γιατί έπασχε από Αλτσχάιμερ– με επηρέασε πολύ. Επίσης, είχα και μια έντονη ερωτική απώλεια. Εντέλει, κάθε πράξη που τελειώνει είναι ένας θάνατος».

Σαν πρωτοδιάβασε, όμως, το κείμενο ένιωσε πως είναι μια ελεγεία στον έρωτα και τη ζωή. «Κρύβει μια αντιφατική πλευρά μεταξύ του καλού και του κακού. Ο καθένας, άλλωστε, παλεύει με τα δύο κομμάτια του εαυτού του. Ο άνθρωπος υποστηρίζει το φως, τη χαρά της δημιουργίας, της ύπαρξης απέναντι στο κακό, που είναι σαρωτικό. Εδώ έχουμε έναν λογοτέχνη από τη Βοημία, ο οποίος χάνει τη γυναίκα του, Μαργαρίτα, πάνω στη γέννα. Ετσι προέκυψε το έργο, το οποίο θέτει υπαρξιακά διλήμματα που απασχολούν τον καθένα μας. Υπέρμαχος σ’ έναν αγώνα να κατακτήσει την αθανασία με την επιστήμη, την τεχνολογία, τη θρησκεία προσπαθεί να αμφισβητήσει αυτό που θα έρθει. Ομως, κακά τα ψέματα, ο θάνατος είναι ο νικητής, τουλάχιστον μέχρι τώρα».

Το νέο πλαίσιο που θέτει η Ρούλα Πατεράκη, η οποία υπογράφει τη σκηνοθεσία, τη διασκευή και τη δραματουργία του έργου βασισμένη στη μετάφραση του Αντώνη Πέρη, «είναι θέατρο εν θεάτρω, για να μπορεί ο θεατής να αποδεχτεί μεγαλοστομίες και λόγια παλαιά επί σκηνής. Βάζει, λοιπόν, τους χαρακτήρες σ’ ένα τρελοκομείο. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν χάσει τα λογικά τους από ένα μεγάλο πόνο και καθώς βρίσκονται εκεί παίζουν το παιχνίδι του ανθρώπου και του θανάτου».

Είναι ένα από τα θεάματα που μπορεί να δει κανείς στο τριώροφο διατηρητέο, που από το 2011 καθιερώθηκε ως ένας από τους πολυχώρους με χαρακτήρα. Καλόγουστο σε κάθε λεπτομέρειά του, στεγάζει μουσικές παραστάσεις στο μπαρ, εικαστικά δρώμενα, εκδηλώσεις και στον τρίτο όροφο θεατρικές παραγωγές. Πώς πήραν μια τέτοια απόφαση με τον συνέταιρό του Αντώνη Πέρη; «Το Faust δημιουργήθηκε γιατί θέλαμε να επιλέξουμε έργα ανήσυχα, αιρετικά, σκληρά όχι με την έννοια της τραχύτητας, αλλά της καταγραφής της αλήθειας». Ρίσκο για το οποίο αισθάνεται δικαιωμένος. «Ηταν οι ημέρες που έβγαζαν πολλοί τα χρήματά τους εκτός Ελλάδας. Ομως, αισθανόμασταν μια σιγουριά, ίσως επειδή δεν ξανοιγόμασταν σε άγνωστα τοπία».

Ο συνέταιρός του είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός του Πολυτεχνείου, ενώ ο ίδιος γνώριζε την τέχνη της κατασκευής από τον σοβατζή πατέρα του. Επιπλέον είχε και την εμπειρία των μπαρ. «Δέκα χρόνια εργαζόμουν στη Μύκονο». Πατρίδα του είναι η Θεσσαλονίκη, όπου γεννήθηκε το 1964 (ο πατέρας του ήταν από την Αρτα και η μητέρα του είχε ποντιακή καταγωγή από την Κοζάνη), όμως διάλεξε το Νησί των Ανέμων όπου εργάστηκε dj, σερβιτόρος, μπάρμαν και κάποια στιγμή ανέλαβε την επίβλεψη της κατασκευής ενός σπιτιού φίλου του.

Μιλάει άνετα για όλα αυτά, για τα εφόδια που τον ατσάλωσαν, ώστε να σταθεί αργότερα στον καλλιτεχνικό χώρο. Το ξεκίνημα έγινε το 1995, με την «Ελεύθερη κατάδυση» του Γιώργου Πανουσόπουλου δίπλα στην Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Τότε γνώρισε και την αμφισβήτηση του χώρου, αλλά κι αργότερα όταν ο Γιάννης Χουβαρδάς τον έπεισε να τον ακολουθήσει στο θέατρο. «Ακόμη υπάρχει προκατάληψη για μένα. Ενας αλεξιπτωτιστής που μπήκε στη δουλειά χωρίς να πάει σε δραματική σχολή».

Επιφυλάξεις που έχουν να κάνουν με την παλιότερη επιλογή του, το μόντελινγκ. Κι ας κράτησε δύο χρόνια. «Για κάποιους είμαι ακόμη το μοντέλο που έγινε ηθοποιός. Ωστόσο, προερχόμενος από μια φτωχή οικογένεια που πάντα πάλευε, έμαθα να μην το βάζω κάτω. Λίγο μετά την εφηβεία μου ζορίστηκα να ξεπεράσω ανασφάλειες, που πολλές φορές σε κρατάνε πίσω. Οταν κατάφερα να συμβιβαστώ με τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού μου, έμαθα να τολμώ. Το πήρα από τη μητέρα μου, που πάντα πέρναγε το μέτρο».

Το μόντελινγκ ήταν συγκυρία. «Ενας Ελληνας στυλίστας μού σύστησε τον Γάλλο σχεδιαστή Τιερί Μιγκλέρ. Εκείνος μου πρότεινε να λάβω μέρος σε μια επίδειξη μόδας στο Παρίσι. Πάω και με βγάζει με την Νταϊάνα Ρος! Αιφνιδιάστηκα». Η συνέχεια ήταν αναμενόμενη. «Οταν η αφορμή έρχεται από το εξωτερικό, είναι αλλιώς».

Το άγνωστο…

Του αρέσει να αφήνεται στο άγνωστο. Ετσι έγινε και με τον κινηματογράφο. Ο Μάκης Γαζής, που έκανε το κάστινγκ για την ταινία του Πανουσόπουλου, σαν τον συνάντησε σε πάρτι της εποχής θυμήθηκε πως ο νεαρός που είχε απέναντί του είχε κάνει διαφημιστικά με τον Νίκο Περράκη. «Στα διαφημιστικά εκείνα θυμάμαι, που ήταν και η Μαρία Ναυπλιώτου, ο Περράκης μάς έλεγε: «Πρέπει να γίνετε ηθοποιοί». Οπως κι έγιναν.

Ο Γ. Πανουσόπουλος αναζητούσε έναν μη ηθοποιό. Ο Χουβαρδάς αργότερα είδε επάνω του «κάτι αυθεντικό». «Οταν με κάλεσε στο “Αμόρε’’, του έλεγα “ντρέπομαι, δεν είμαι καν θεατρόφιλος’’, αλλά επέμενε». Εκτοτε τολμούσε να υπάρχει επί σκηνής «συμβιβαζόμενος με τα λάθη μου». Τα πρώτα χρόνια προσέγγιζε τους ρόλους μονοδιάστατα. «Σωσίβιό μου ήταν το συναίσθημα, χάνοντας συχνά την επικοινωνία με τους άλλους ηθοποιούς. Τεχνικά θέματα που ξεπέρασα σιγά-σιγά, κάνοντας καλές επιλογές». Διαλεγμένες ήταν και οι δουλειές του στην τηλεόραση.

Οταν τον ρωτάω κατά πόσο έπαιξε ρόλο η στιβαρή ομορφιά, είναι ειλικρινής: «Οτιδήποτε όμορφο βλέπει το μάτι μας, εγκλωβίζεται. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις».