ΘΕΑΤΡΟ

Ο Ριχάρδος Γ΄ είναι μεγάλος θεατρίνος

rixardos1

Με το μαύρο να κυριαρχεί στο σκηνικό και στα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου, ο Ριχάρδος Γ΄ συνωμοτεί, μηχανορραφεί, δολοφονεί πάνω στη σκηνή του Σύγχρονου Θεάτρου στο Γκάζι. Πανούργος καθώς είναι και αχόρταγος για εξουσία, σκοτώνει εχθρούς, συγγενείς, φίλους, παιδιά. Κάνεις κόπο να αναγνωρίσεις την Καίτη Κωνσταντίνου πίσω από τον δύσμορφο και σκληρό ιντριγκαδόρο ήρωα του Σαίξπηρ που εξοντώνει με βία και σαγήνη κάθε εμπόδιο προκειμένου να κατακτήσει τον θρόνο.

Ο νάρθηκας και η καμπούρα

Η σκηνή μοιάζει με σύγχρονο σφαγείο και η αισθητική steampunk, όπως την ήθελε ο σκηνοθέτης της παράστασης Τάκης Τζαμαργιάς στην προσπάθειά του «να γεφυρώσει τη σαιξπηρική εποχή, την εποχή της ποιητικής μετάφρασης του Κ. Καρθαίου με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του σήμερα».

Δεν είναι, όμως, η μεταμόρφωση το δύσκολο μέρος για την πρωταγωνίστρια, όσο αυτά που κουβαλάει πάνω της την ώρα της παράστασης. «Η δυσκολία έχει να κάνει με τη θέση του σώματος. Πονάει η πλάτη μου γιατί κουβαλάω μια καμπούρα, δυσκολεύει το περπάτημα γιατί έχω έναν νάρθηκα και πρέπει να κουτσαίνω, το χέρι μου είναι κουλό. Γέρνει το σώμα όπως γέρνει και η εξουσία, παραμορφώνεται κι αυτή όπως ο παραμορφωμένος ήρωας».

Πάντα τη μαγνήτιζαν οι μεταμορφώσεις στους ρόλους. «Είναι η γοητεία του διαφορετικού, αυτού που δεν έχεις», απαντά γελώντας στην ερώτηση γιατί ενέδωσε πάλι σε έναν κακό αλλά και γοητευτικό χαρακτήρα.

«Ο Τάκης Τζαμαργιάς διάλεξε γυναίκα να τον ερμηνεύσει επειδή θέλει να βγάλει ένα άφυλο πλάσμα. Σκοπός δεν είναι να μείνει ο θεατής σ’ αυτό που βλέπει, μια γυναίκα σε έναν ανδρικό ρόλο. Ο Ριχάρδος είναι ένας μεγάλος θεατρίνος. Με τους υπόλοιπους χαρακτήρες παίζει ένα μεγάλο παιχνίδι κι όλη η παράσταση όπως στήνεται είναι σαν να τη σκηνοθετεί ο ίδιος».

Αντιπαθής χαρακτήρας

Προσπάθησε να αγαπήσει τον διεστραμμένο Ριχάρδο όπως κάνει με κάθε αντιπαθή χαρακτήρα που καταπιάνεται. «Ο ήρωας χρησιμοποιεί αθέμιτους τρόπους σε ένα σάπιο κι όχι υγιές περιβάλλον. Ποθεί την εξουσία ξεφτιλίζοντάς την. Είναι ένας αντιεξουσιαστής. Ετσι όπως τον προσεγγίσαμε και βαθύνοντας λίγο περισσότερο στην ψυχή του –μην ξεχνάμε ότι έχει μια μεγάλη αναπηρία–, δεν βγαίνει μόνο ένας αντιπαθητικός ήρωας, είναι δυστυχισμένος. Σε όλη τη διάρκεια του έργου δεν τον ενδιαφέρει η συνείδηση, θεωρεί πως είναι για τους δειλούς. Στον τελευταίο μονόλογο όμως, είναι αυτή η συνείδηση που τον τυραννά. Θα ήθελα το κοινό να δει κι αυτή την πλευρά».

Ομως και η ίδια αγαπήθηκε από το ευρύ κοινό σε ρόλους που δεν ήταν συμπαθείς, τουλάχιστον με την πρώτη ματιά. Γιατί την τηλεοπτική της Σωσώς στα «Εγκλήματα», την καθαγίαζε το χιούμορ. «Γενικά το χιούμορ απαλύνει και τους πιο σκληρούς χαρακτήρες». Η Καίτη Κωνσταντίνου δεν θέλησε ποτέ να παίξει το χαζοχαρούμενο θηλυκό. Γενικά την ενδιαφέρουν οι κακοί χαρακτήρες με αντισυμβατικό χιούμορ. «Το χιούμορ με λυτρώνει από πολλές δυσκολίες στη ζωή μου. Εξάλλου και στον Ριχάρδο υπάρχουν κωμικά στοιχεία».

Την ευχαριστεί όταν την κατατάσσουν στην κωμωδία. «Είναι τιμή για έναν ηθοποιό να τον ονομάζουν κωμικό». Κι αν θυμίζει την εξωστρέφεια των κωμικών της γενιάς του παλιού ελληνικού σινεμά, παραδέχεται πως δεν είναι εξωστρεφής. «Περισσότερο μου αρέσει να παρατηρώ». Δεν θα τη δείτε ποτέ να προσπαθεί να προκαλέσει την προσοχή των άλλων ή να κάνει τον κλόουν στις συντροφιές. «Δεν έχω απαλλαγεί από την παλιά μου συστολή. Θυμάμαι όταν ήμουν στο Θεατρικό του Πανεπιστημίου και συμμετείχα σε μια ερασιτεχνική παράσταση, κρυβόμουν πίσω από άλλους για να μη με βλέπουν. Ακόμη ντρέπομαι όταν βγαίνω στη σκηνή».

Μικρή δεν έχανε ποτέ το Θέατρο της Δευτέρας κι όταν άφησε τη Ροδοδάφνη Αιγίου, «η επιθυμία μου δεν ήταν τόσο η Φιλοσοφική όσο η φυγή στην Αθήνα. Ομως στο Πανεπιστήμιο γνώρισα κείμενα και συγγραφείς που μου άνοιξαν ορίζοντες στη συνέχεια». Είχε ωστόσο και την εμπειρία της διδασκαλίας. «Ηταν από τις πιο δύσκολες εργασίες. Την πρώτη χρονιά στο Γυμνάσιο του Βύρωνα μου άρεσε πολύ και είπα αυτή τη δουλειά θα κάνω, όμως τη δεύτερη, είδα ότι δεν ήταν τόσο εύκολα τα πράγματα. Τότε επανήλθε το μικρόβιο του θεάτρου».

Στο μεταξύ είχε τελειώσει και τη δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Δάσκαλοί της οι Γιώργος Λαζάνης, Μίμης Κουγιουμτζής, Γιώργος Αρμένης, Γιάννης Ρήγας, Γιάννης Δεγαΐτης, Αννυ Κολτσιδοπούλου και ανάμεσα στους συμμαθητές της η Μαρία Καβογιάννη και η Υρώ Μανέ, φίλες έως σήμερα. Στο Θέατρο Τέχνης έπαιξε και τον πρώτο της ρόλο στις «Εσωτερικές Φωνές» του Ντε Φίλιππο.

Δεν μετάνιωσε για την επιλογή της. «Στη σκηνή βρήκα την αντίφαση και την ψυχοθεραπεία. Η επαφή με το κοινό στο θέατρο είναι ξεχωριστή εμπειρία παρότι αισθάνομαι το μούδιασμα της ντροπής όταν είναι στραμμένα δεκάδες βλέμματα πάνω μου. Στην τηλεόραση δεν υπάρχει το άγχος του ζωντανού. Ούτε και ο χρόνος προετοιμασίας όπως στο θέατρο, πέφτεις στα βαθιά. Εκεί έχεις την κάμερα που σε ενοχλεί ή σε αγαπά, αλλά μπορείς να διορθώσεις, να ξανακάνεις τη στιγμή».