ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Οι μίμοι, τα φάλτσα και οι αρμονίες

oi-mimoi-ta-faltsa-kai-oi-armonies-2013188

Ε​​ντάξει, έμοιαζε στον Σταμάτη Κόκκοτα. Η περούκα που έδωσαν στον Γιάννη Σαββιδάκη ήταν καλύτερη από αυτές που χρησιμοποιούν συνήθως οι συμμετέχοντες στο «Your face sounds familiar», αλλά αυτό δεν τον έκανε Κόκκοτα. Για δεύτερη σεζόν στον ΑΝΤ1, με την ανοικονόμητη στα λόγια Μαρία Μπεκατώρου, το σόου παλεύει ανάμεσα στον στόμφο των κριτών –κάποιοι νομίζουν ότι είναι καθηγητές στο Μπέρκλεϊ– και στις κακόγουστες εμφανίσεις όσων συμμετέχουν.

Ποζάτοι οι πρώτοι, ψεύτικοι οι δεύτεροι. Ομως αυτό είναι το τραγούδι; Μια παρωδία με μίμους; Ή μήπως ο σκουπιδότοπος του Παντελή Παντελίδη, τον οποίο το κοινό επιβράβευσε την τελευταία ημέρα των εμφανίσεών του στην Αθήνα πετώντας του μαξιλάρες, τραπέζια, ό,τι έβρισκε μπροστά του.

Αν όλα αυτά είναι στιγμές από τη διαστρεβλωμένη εικόνα που έχει η τηλεόραση για το τραγούδι–καρναβάλι, αλλά και η πραγματικότητα κάποιων κέντρων για το τραγούδι–σκουπίδι, ευτυχώς υπάρχει και μια άλλη πλευρά.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος στο Mega, στην «Ερευνα» του Παύλου Τζίμα, ήταν ο αντίποδας στη νοσηρή πλευρά της τηλεόρασης. Από τα πρόσωπα που σε καθηλώνουν και κανείς δεν μπορεί να μιμηθεί σε εκπομπές–καραγκιοζιλίκια.

Μέσα από τη βαθιά κοινωνικοπολιτική και ανθρώπινη ματιά του, το συναίσθημα μίλησε για τις προσδοκίες αλλά και τις αντιθέσεις της γενιάς του. Ζωντανό πνεύμα, μπορεί κατά καιρούς αυτές τις δεκαετίες να μας σοκάρει, να μας θυμώνει, άλλοτε να μας ταρακουνά, αλλά κυρίως να μας συγκινεί, να μας κανακεύει όταν το έχουμε ανάγκη. Με τα τραγούδια και τα λόγια του.

Πόσοι γνώριζαν ότι κοιμόταν σε παγκάκια, βρώμικος και πεινασμένος, σαν ήρθε με ένα φορτηγό από τη Θεσσαλονίκη. Οτι αναγκάστηκε να ποζάρει ως γυμνό μοντέλο στη Σχολή Καλών Τεχνών για να επιβιώσει.

Θύμισε ήρεμα τα χρόνια της ταλαιπωρίας που συχνά ξεχνάμε, λες και κλωτσώντας τα βιώματα θα γίνουμε καλύτεροι εκσυγχρονιστές. Τότε που τις «έτρωγε» στην Ασφάλεια, την εποχή της χουντικής φάλαγγας, αναμνήσεις που: «Τώρα πια δεν με πειράζουν».

Μίλησε για τους μεγάλους δασκάλους (Χατζιδάκι, Τσαρούχη, Γκάτσο), στα τετράωρα των συζητήσεων στα καφενεία, εκεί όπου οι μεγάλοι γεύονταν την ελευθερία του εργένη και οι νεότεροι, την ανοιχτοσύνη της σκέψης τους. Για τους δίσκους και τις εμφανίσεις, τις διαφοροποιήσεις, τα Μπουρμπούλια, το «ροκ» της Σωτηρίας Μπέλλου, τους Αχαρνής του, όσα ήθελε να εκφράσει με «Τα τραπεζάκια έξω», να μας πει στο «Κούρεμα», γιατί: «Στη φύση του τροβαδούρου είναι να σοκάρει με αλήθειες».

Χωρίς πόζα όλα αυτά. Ενας ποιητής του τραγουδιού, αλλά και ένας δημοσιογράφος που προτίμησε να μείνει πίσω από την προσωπικότητα του 70άρη σοφού Νιόνιου.