ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Οι ανανεώσιμες πηγές μειώνουν την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας

Oπως είναι ευρέως γνωστό και έχει τεκμηριωθεί από πλήθος έγκυρων και εξειδικευμένων μελετών τα τελευταία χρόνια (ΕΜΠ, ΑΠΘ, ΙΟΒΕ κ.ά.) η συμμετοχή των ΑΠΕ στην αγορά μειώνει το χονδρεμπορικό κόστος ρεύματος.

Παρέμβαση στον άτυπο διάλογο που έχει ανοίξει ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κωστής Χατζηδάκης περί υψηλών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, ως αποτέλεσμα στρεβλώσεων στην αγορά ηλεκτρισμού αλλά και υψηλών εγγυημένων τιμών της πράσινης ηλεκτροπαραγωγής, έκαναν οι φορείς των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, με κοινή ανακοίνωσή τους, επισημαίνοντας την εξαιρετική σημασία των ΑΠΕ για την ενεργειακή μετάβαση και την πράσινη ανάκαμψη στη χώρα μας. 

«Οι ΑΠΕ μειώνουν την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας τόσο στη χονδρεμπορική αγορά όσο και στους τελικούς καταναλωτές», αναφέρουν και εκθέτουν μια σειρά από στοιχεία υποστηρικτικά της θέσης τους. Οι έξι συνολικά φορείς που εκπροσωπούν όλες τις τεχνολογίες ΑΠΕ (αιολικά, φωτοβολταϊκά, μικρά υδροηλεκτρικά, βιομάζα κ.λπ.) επισημαίνουν τα εξής:

1. Με βάση επίσημα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας απολαμβάνει από αρκετά έως σημαντικά χαμηλότερες τιμές ρεύματος σε σχέση με τις αντίστοιχες κατηγορίες άλλων κρατών-μελών της Ε.Ε. και τον ευρωπαϊκό μέσον όρο. Στα νοικοκυριά, που αντιπροσωπεύουν αριθμητικά τη σχετική πλειονότητα των καταναλώσεων στη χώρα μας και απορροφούν το 33% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται ετησίως, οι τιμές του ρεύματος είναι ξεκάθαρα χαμηλότερες του ευρωπαϊκού μέσου όρου και αρκετά πιο κάτω από το τιμολογούμενο κόστος στη Γερμανία, την Ιταλία, τη Γαλλία, αλλά και τη Σλοβακία, τη Σλοβενία και την Αυστρία. Αλλά και στους μη οικιακούς καταναλωτές, κατηγορία στην οποία ανήκει η μεγάλη πλειονότητα της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας, οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις, οι επαγγελματίες κ.λπ. στην Ελλάδα και αντιπροσωπεύει το 46% της ετήσιας κατανάλωσης της χώρας, η εικόνα παραμένει η ίδια.

2. Οι ΑΠΕ μειώνουν σημαντικά την οριακή τιμή συστήματος, δηλαδή την τιμή της χονδρικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, προς όφελος των ελληνικών νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Οπως είναι ευρέως γνωστό και έχει τεκμηριωθεί από πλήθος έγκυρων και εξειδικευμένων μελετών τα τελευταία χρόνια (ΕΜΠ, ΑΠΘ, ΙΟΒΕ κ.ά.), η συμμετοχή των ΑΠΕ στην αγορά μειώνει το χονδρεμπορικό κόστος ρεύματος. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κατά την περίοδο 2016-2018 η μεσοσταθμική μείωση της οριακής τιμής, χάρη στις ΑΠΕ, ήταν 13 ευρώ/MWh και περιορίστηκε για ρυθμιστικούς λόγους στα 7,5 ευρώ/MWh με την εφαρμογή ωριαίου πλαφόν που επέβαλε η ΡΑΕ. Αποτέλεσμα αυτής της μείωσης είναι να απολαμβάνουν οι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας χαμηλότερες τιμές αγοράς και να τους δίνεται έτσι η δυνατότητα να μετακυλίσουν τις τιμές αυτές στα τιμολόγια των πελατών τους, δηλαδή των ελληνικών νοικοκυριών και επιχειρήσεων. 

Το γεγονός ότι οι τιμές της ελληνικής χονδρεμπορικής αγοράς, οι οποίες είναι πράγματι από τις υψηλότερες στην Ε.Ε., δεν συνδέονται αναλογικά με τις χαμηλότερες τιμές της λιανικής οφείλεται σε παράγοντες που δεν σχετίζονται με τις ΑΠΕ ή με τον τρόπο αποζημίωσής τους. Ενδεικτικά αναφέρονται το μείγμα και η ποιότητα της ελληνικής θερμικής παραγωγής, οι συντελεστές κόστους της παραγωγής αυτής, η ισχνή παρουσία καθετοποιημένων παικτών (πλην ΔΕΗ) που δύνανται να ανακτούν τα κόστη παραγωγής από διαφορετικές αγορές, οι περιορισμένες έως σήμερα διεθνείς διασυνδέσεις και η αρχιτεκτονική και η ρύθμιση της σημερινής χονδρικής αγοράς ηλεκτρισμού.