ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υπό επιτήρηση από την Ε.Ε. οι όμιλοι με δεσπόζουσα θέση στην αγορά

Υπό επιτήρηση από την Ε.Ε. οι όμιλοι με δεσπόζουσα θέση στην αγορά

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ-ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Τα σχέδια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την πιο αποτελεσματική εποπτεία των κολοσσών της ψηφιακής οικονομίας παρουσίασε η εκτελεστική αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Μαργκρέτε Βεστάγκερ. Σε συνέντευξη που παραχώρησε (ψηφιακά, στο πνεύμα των καιρών και της θεματολογίας) σε ανταποκριτές ευρωπαϊκών εφημερίδων, μεταξύ των οποίων και η «Κ», η κ. Βεστάγκερ τονίζει ότι ο σκοπός των νέων νομοθετικών προτάσεων, που αναμένεται να δημοσιοποιηθούν στις αρχές Δεκεμβρίου, είναι να «αποκαταστήσουν τη βλάβη που έχει ήδη προκαλέσει η παράνομη συμπεριφορά» των εταιρειών με μονοπωλιακή ισχύ.

Ενδιαφέρουσα

Σχολιάζοντας την πρόσφατη απόφαση του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης να ξεκινήσει έρευνα για τις μονοπωλιακές πρακτικές της Google, η κ. Βεστάγκερ τη χαρακτηρίζει «πολύ ενδιαφέρουσα και ενθαρρυντική», καθώς οι αμερικανικές αρχές «αναγνωρίζουν μια σειρά από ζητήματα τα οποία έχουμε χειριστεί». (Η Google, όπως και η Amazon, η Apple και η Facebook, βρίσκονται υπό έρευνα από τις ελεγκτικές αρχές της Ε.Ε. για παραβιάσεις του ευρωπαϊκού δικαίου περί ανταγωνισμού.) Επιβεβαιώνει ότι έλαβε επιστολή από μια σειρά ανταγωνιστών της Google στον κλάδο της διαδικτυακής αναζήτησης, στην οποία ισχυρίζονται ότι οι επανορθωτικές δράσεις που επέβαλε η Κομισιόν στην υπόθεση των παράνομων πρακτικών που αφορούσαν τα κινητά με λειτουργικό Android «δεν έχουν υπάρξει αποτελεσματικές».

«Αυτό που έχω μάθει τα τελευταία έξι χρόνια είναι ότι πρέπει να στραφούμε σε επανορθωτικές δράσεις που αποκαθιστούν τις αδικίες του παρελθόντος», λέει. «Τα πρόστιμα και η απαγόρευση των παράνομων πρακτικών δεν αρκούν. Η ζημία που έχει υποστεί ο ανταγωνισμός δεν διορθώνεται έτσι».

Οπως εξηγεί η εκτελεστική αντιπρόεδρος της Επιτροπής, με το νέο νομοθετικό πλαίσιο, οι εταιρείες που «με αντικειμενικά, ποσοτικά αλλά και ποιοτικά κριτήρια» κρίνεται ότι έχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά θα τεθούν υπό πιο στενή επιτήρηση. «Θα πρέπει να διασφαλίσουμε, για παράδειγμα, ότι δεν χρησιμοποιούν τα δεδομένα άλλων εταιρειών που χρησιμοποιούν τη δική τους πλατφόρμα για να ανταγωνιστούν εναντίον τους. Και ότι δεν χρησιμοποιούν την προνομιακή θέση τους σε μια αγορά για να ευνοήσουν τα προϊόντα τους έναντι του ανταγωνισμού σε άλλα πεδία». Η Επιτροπή, όπως αναφέρει, θα μπορεί πλέον (αν εγκριθούν οι προτάσεις του Δεκεμβρίου) να διεξάγει έρευνες για τη λειτουργία συγκεκριμένων αγορών – ένα νέο εργαλείο, που θα συμπληρώνει τις έρευνες κατά συγκεκριμένων εταιρειών.    

Πώς σχολιάζει την άποψη ότι ορισμένες από τις εταιρείες αυτές είναι τόσο εδραιωμένες που μόνο με τη διάσπασή τους μπορεί να επανέλθει ο ανταγωνισμός στις αγορές όπου κυριαρχούν; «Ηδη, με την υφιστάμενη νομοθεσία, μπορούμε να επιβάλουμε τη διάσπαση μιας εταιρείας αν είναι ο μοναδικός τρόπος για να αποκατασταθεί ο ανταγωνισμός», σημειώνει. «Προφανώς πρόκειται για ένα ιδιαίτερα παρεμβατικό μέτρο και έχει συμβεί πολύ σπάνια τα τελευταία 100 χρόνια. Εμείς δεν έχουμε έλθει αντιμέτωποι με περίπτωση που ο μόνος τρόπος αποκατάστασης της ζημίας θα ήταν η διάσπαση». Η απόπειρα διάσπασης μιας τέτοιας εταιρείας, άλλωστε, όπως τονίζει, «θα είναι τρομερά χρονοβόρα και σύνθετη, ενώ, ακόμα κι αν επιτευχθεί, η δομή της αγοράς μπορεί να είναι τέτοια που να προκύψει νέο μονοπώλιο».

Η κ. Βεστάγκερ υπερασπίζεται επίσης την αντίθεσή της στη λογική των «Ευρωπαίων πρωταθλητών», που την οδήγησε πέρυσι, ως επίτροπο Ανταγωνισμού, να βάλει φρένο στη συγχώνευση Siemens – Alstom: «Δεν μπορούμε μέσω των συγχωνεύσεων να αφανίσουμε τον ανταγωνισμό εντός Ε.Ε. Οι κορυφαίες ευρωπαϊκές εταιρείες πρέπει να παραμείνουν εκτεθειμένες στον ανταγωνισμό, γιατί μόνο έτσι θα συνεχίσουν να καινοτομούν και να πρωταγωνιστούν στην παγκόσμια αγορά».

Το δεύτερο μεγάλο μέρος του αναμενόμενου ψηφιακού πακέτου θα αφορά τη ρύθμιση των υποχρεώσεων των ισχυρών του Διαδικτύου σχετικά με τα προϊόντα και τις πληροφορίες που φιλοξενούν στις σελίδες τους. «Οσα ισχύουν στον πραγματικό κόσμο πρέπει να ισχύσουν και στον ψηφιακό», εξηγεί η κ. Βεστάγκερ. «Οι καταναλωτές πρέπει να νιώθουν την ίδια ασφάλεια όταν αγοράζουν κάτι μέσω του Διαδικτύου όπως όταν πηγαίνουν σε ένα εμπορικό κατάστημα. Αντιστοίχως, η ανάρτηση παράνομου υλικού πρέπει να πατάσσεται με την ίδια αμεσότητα που θα πατασσόταν κάποιος που θα προσπαθούσε να πωλήσει υλικό παιδικής πορνογραφίας έξω από το Μπερλεμόν (σ.σ.: η έδρα της Κομισιόν)». Για την «γκρίζα ζώνη» –περιεχόμενο που δεν είναι παράνομο, αλλά είναι εξόχως προβληματικό (π.χ. παραπληροφόρηση, θεωρίες συνωμοσίας)– η κ. Βεστάγκερ λέει ότι θα επιβληθεί ένα νέο πλέγμα υποχρεώσεων στις ψηφιακές πλατφόρμες όσον αφορά τη «διαφάνεια των διαδικασιών βάσει των οποίων κρίνουν τι θα εγκρίνεται και τι θα απορρίπτεται». Επιπλέον, «θέλουμε να μπορούν οι χρήστες να ξέρουν ποιος κρύβεται πίσω από διαφημίσεις που βλέπουν στο Διαδίκτυο – όπως γίνεται στις ΗΠΑ με τα προεκλογικά μηνύματα».

Νομική ευθύνη

Δεν πιστεύει, όμως, ότι οι πλατφόρμες πρέπει να φέρουν νομική ευθύνη για ό,τι αναρτάται στις σελίδες τους. «Στο eBay, για παράδειγμα, αναρτώνται καθημερινά 25 εκατομμύρια είδη προς πώληση. Δεν είναι εφικτό να είναι η εταιρεία νομικά υπόλογη για καθένα από αυτά. Αλλά μπορούμε να της ζητήσουμε να έχει ένα σύστημα που θα ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο τα προϊόντα που προβάλλει να αποδειχθούν πλαστά ή επικίνδυνα. Πρέπει επίσης οι πλατφόρμες να φροντίσουν να γνωρίζουν τους πωλητές που τις χρησιμοποιούν, ώστε να μην μπορεί κάποιος που έχει επιχειρήσει να πωλήσει επικίνδυνα προϊόντα να εξαφανίζεται και να επιστρέφει πέντε λεπτά αργότερα στον ιστότοπο με άλλη ονομασία χρήστη».

Στα εισαγωγικά σχόλιά της η εκτελεστική αντιπρόεδρος, μιλώντας από το γραφείο της στο εν πολλοίς άδειο Μπερλεμόν, αναφέρεται στην πανδημία. «Είναι στο μυαλό όλων», σημειώνει. «Εχουμε μπροστά μας μερικούς πολύ δύσκολους μήνες», τονίζει, αναφερόμενη και στις συνέπειες των περιοριστικών μέτρων στην ψυχική υγεία των Ευρωπαίων. «Είναι πλέον σαφές, πάντως, ότι δεν υπάρχει θέμα επιλογής μεταξύ της αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης και της στήριξης της οικονομίας: Η οικονομική δραστηριότητα δεν μπορεί να ανακάμψει όσο ο ιός εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα».

Η κ. Βεστάγκερ χαρακτηρίζει «μεγάλο πρόβλημα» το γεγονός ότι πολλοί στην Ευρώπη εξακολουθούν να μην έχουν πρόσβαση σε επαρκείς υπηρεσίες Internet – η ζωτική σημασία των οποίων θα γίνει ξανά ιδιαίτερα αισθητή καθώς η Ευρώπη μπαίνει στη «χειμερία νάρκη» ενός δεύτερου lockdown.

Αναφέρεται στο γεγονός ότι το 20% του RRF (το βασικό εργαλείο του Ταμείου Ανάκαμψης) θα κατευθυνθεί στην ψηφιακή μετάβαση, «μεταξύ άλλων για επενδύσεις στη συνδεσιμότητα». Σημειώνει, πάντως, ότι «τα τελευταία 5-7 χρόνια έχουμε εγκρίνει κρατικές ενισχύσεις ύψους 55 δισ. ευρώ για υποδομές ευρυζωνικού Internet· μόνο το 1/3 εξ αυτών βρίσκεται σε διαδικασία υλοποίησης, λόγω γραφειοκρατικών εμπλοκών, αλλαγής κυβερνήσεων κ.ά.».