ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Επιχείρηση διάσωσης του λιανεμπορίου

Άνοιξαν σήμερα τα καταστήματα, με τους εμπόρους να προσβλέπουν σε τόνωση του τζίρου και να απεύχονται τρίτο lockdown

Επιχείρηση διάσωσης του λιανεμπορίου

Με την ελπίδα να μην υπάρξει το τρίτο και φαρμακερό lockdown, ξεκίνησε σήμερα μετά περίπου 2,5 μήνες διακοπής, η επαναλειτουργία των φυσικών καταστημάτων του λιανεμπορίου. Εχοντας χάσει ήδη μία εβδομάδα από τις τακτικές χειμερινές εκπτώσεις, ο εμπορικός κόσμος θα επιχειρήσει το επόμενο διάστημα να… σώσει οτιδήποτε αν σώζεται, χωρίς, βεβαίως, αυτό να σημαίνει ότι θα υπάρξει επιστροφή για το σύνολο των επιχειρήσεων. Οι απώλειες σε τζίρο είναι πολύ υψηλές, όπως και η συσσώρευση οφειλών, γεγονός που σημαίνει ότι αρκετοί επιχειρηματίες, μετά το πέρας των εκπτώσεων στις 27 Φεβρουαρίου, θα κάνουν τον τελικό λογαριασμό και θα δουν εάν τελικώς η πλήρης διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησής τους θα είναι πιο συμφέρουσα από τη συνέχισή της.

Εάν, βεβαίως, έρθει ένα νέο lockdown, τότε τα δεδομένα για την αγορά θα είναι ακόμη χειρότερα και η επιστροφή αδύνατη για ακόμη μεγαλύτερο μέρος επιχειρήσεων. Μόλις την περασμένη Τετάρτη, ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών Σταύρος Καφούνης εκτίμησε ότι εάν δεν επαναλειτουργήσει κανονικά το λιανεμπόριο το συντομότερο δυνατόν και δεν ληφθούν γενναιότερα μέτρα στήριξης των επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένης της διαγραφής οφειλών, τουλάχιστον για όσους ήταν συνεπείς προ πανδημίας, μπορεί να οδηγηθεί εκτός του κλάδου μία στις δύο εμπορικές επιχειρήσεις.

Σύμφωνα δε με πρόσφατη έρευνα του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΕΑ), τον «εφιάλτη του λουκέτου», το ενδεχόμενο δηλαδή να μην ανοίξουν την επιχείρησή τους μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων, αντιμετωπίζει το 23% των επιχειρηματιών, με τα ποσοστά στους κλάδους του λιανεμπορίου και της εστίασης να ανέρχονται σε 34% και 41,7% αντιστοίχως.

Το γεγονός ότι ακόμη δεν έχουν εμφανιστεί μαζικά λουκέτα οφείλεται στο ότι αρκετές επιχειρήσεις επιβιώνουν ακόμη με τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης (επιστρεπτέα προκαταβολή, καταβολή μειωμένων ενοικίων και αναστολή συμβάσεων εργασίας για το προσωπικό τους), μέτρα σημαντικά μεν, αλλά που για κάποιες επιχειρήσεις τελικά θα μοιάζουν απλώς σαν αυτές να βρίσκονταν σε «μηχανική υποστήριξη» για μεγάλο διάστημα και θα πάψουν να ζουν μόλις «βγουν από την πρίζα». Οι περιορισμοί, άλλωστε, που θα εξακολουθήσουν να ισχύουν –για παράδειγμα ο αριθμός ατόμων που θα επιτρέπεται να βρίσκεται σε ένα κατάστημα–, σε συνδυασμό με το μειωμένο διαθέσιμο προς κατανάλωση εισόδημα, αναμένεται να οδηγήσουν πολλούς επιχειρηματίες στο να μην ανοίξουν ποτέ ξανά την επιχείρησή τους ή να την ανοίξουν για λίγο, πριν το οριστικό λουκέτο.

Τα πρώτα σημάδια άρχισαν να φαίνονται ήδη από τον περασμένο Ιούλιο όταν αυξήθηκαν τα κλειστά καταστήματα κυρίως στις περιφερειακές αγορές –και λιγότερο στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας– καθώς και σε άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας, όπως η Θεσσαλονίκη, με την αύξηση στις ίδιες περιοχές να συνεχίζεται και μετά το τέλος του καλοκαιριού. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Ινστιτούτου Εμπορίου και Υπηρεσιών της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΙΝΕΜΥ – ΕΣΕΕ), τα οποία δημοσιοποιήθηκαν την Παρασκευή, τον Σεπτέμβριο του 2020 το ποσοστό των κλειστών καταστημάτων στο σύνολο των αγορών που παρακολουθεί το ΙΝΕΜΥ ήταν 29,64%, περίπου στα ίδια επίπεδα με τον Ιούλιο (29,68%). Οπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, αρκετοί επιχειρηματίες περίμεναν να δουν πώς θα εξελιχθεί η κίνηση το καλοκαίρι για να λάβουν τις οριστικές τους αποφάσεις. Κάτι τέτοιο αναμένεται τώρα, με τη λήψη των όποιων αποφάσεων να μετατίθενται για τον Μάρτιο.

Από τα στοιχεία του ΙΝΕΜΥ – ΕΣΕΕ προκύπτει λοιπόν ότι στο κέντρο της Αθήνας το ποσοστό κλειστών καταστημάτων ήταν τον Σεπτέμβριο 25,78%, στο κέντρο του Πειραιά 36,31%, στην Καλλιθέα ανέβηκε στο 44,89% από 44,12% τον Σεπτέμβριο του 2019, μεγάλη είναι η αύξηση στη Γλυφάδα με το ποσοστό κλειστών καταστημάτων να ανεβαίνει στο 15,05% από 12,84% τον Σεπτέμβριο του 2019, ενώ στη Νέα Ιωνία, όταν τον Ιούλιο του 2020 το ποσοστό των κλειστών καταστημάτων ξεπέρασε για πρώτη φορά από το 2012 το 30%, η αύξηση των λουκέτων συνεχίστηκε και τον Σεπτέμβριο, με το σχετικό ποσοστό να ανεβαίνει στο 32,86%. Στο 22,41% επί του συνόλου έναντι 21,22% έναν χρόνο νωρίτερα αυξήθηκαν τα κλειστά καταστήματα στο Μαρούσι.

Στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, μια πόλη που χτυπήθηκε ισχυρά από την COVID-19, τα κλειστά καταστήματα ανέρχονταν τον Σεπτέμβριο του 2020 σε 29,57% από 28,16% τον Σεπτέμβριο του 2019.

Ας δούμε τι λένε έως τώρα οι αριθμοί, ειδικά για τον κλάδο του λιανεμπορίου. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), στο εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου του 2020 ο τζίρος του ελληνικού λιανεμπορίου διαμορφώθηκε σε 34,77 δισ. ευρώ έναντι 37,79 δισ. ευρώ, το αντίστοιχο διάστημα του 2019. Εχασε δηλαδή πάνω από 3 δισ. ευρώ ή η υποχώρηση ήταν της τάξης του 8,09%. Εάν, μάλιστα, αφαιρέσει κάποιος τις κατηγορίες του λιανεμπορίου των οποίων η λειτουργία δεν ανεστάλη, όπως είναι για παράδειγμα τα σούπερ μάρκετ, η συμπερίληψη των οποίων αλλοιώνει τη γενική εικόνα, τότε οι απώλειες είναι της τάξης του 17,63%.

Μόνο δε από τα στοιχεία που αφορούν επιχειρήσεις που υποχρεούνται να τηρούν διπλογραφικά βιβλία, οι απώλειες τον Νοέμβριο στο εμπόριο ήταν συνολικά της τάξης των 546 εκατ. ευρώ. Οσο για τον περίφημο τζίρο των εορτών, η αγορά εκτιμά ότι μετά βίας έφτασε το 1,3 δισ. ευρώ έναντι 3,5 δισ. ευρώ την εορταστική περίοδο 2019-2020.

Σε απόλυτο κυρίαρχο της αγοράς αναδείχθηκαν τα σούπερ μάρκετ 

Οι συνεργασίες των ηλεκτρονικών πλατφορμών παραγγελιοληψίας και διανομής έτοιμων γευμάτων με τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ και η είσοδος ακόμη και άμεσα στον κλάδο αυτόν καθεαυτόν του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων μόνο τυχαία γεγονότα δεν είναι. Τα σούπερ μάρκετ είναι από τους λιγοστούς κλάδους του λιανεμπορίου και της οικονομικής δραστηριότητας γενικότερα που ωφελήθηκαν από την πανδημία, αυξάνοντας τον τζίρο τους κατά 9,7% (στοιχεία της εταιρείας ερευνών αγοράς Nielsen) το 2020 σε σύγκριση με το 2019.

Από τα αναλυτικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, μάλιστα, προκύπτει ότι τα σούπερ μάρκετ δεν συγκέντρωσαν τζίρο μόνο από την υπεραποθεματοποίηση βασικών ειδών διατροφής, απολυμαντικών και άλλων ειδών νοικοκυριού που έκαναν οι καταναλωτές πριν από το πρώτο lockdown. Υπάρχουν ακόμη δύο λόγοι: πρώτον, λειτούργησαν ακόμη περισσότερο σε σύγκριση με πριν ως πολυκαταστήματα για την αγορά προϊόντων που δεν μπορούσαν να βρουν οι καταναλωτές αλλού λόγω της αναστολής λειτουργίας των υπόλοιπων κλάδων του λιανεμπορίου και, δεύτερον, διότι ο περιορισμός των μετακινήσεων και ο φόβος του κορωνοϊού οδηγούσαν αρκετούς καταναλωτές στο να επιλέγουν έναν μόνο προορισμό, το σούπερ μάρκετ, για να πραγματοποιούν όλες τους τις αγορές σε τρόφιμα.

Ετσι, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, στο εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2020 υποχώρησε ο τζίρος σε όλες τις κατηγορίες ειδικευμένων καταστημάτων τροφίμων (κρεοπωλεία, ιχθυοπωλεία κ.λπ.), παρά το γεγονός ότι ποτέ δεν ανεστάλη η λειτουργία τους. Συγκεκριμένα, ο τζίρος στα αρτοποιεία υποχώρησε κατά 16,62%, στα ιχθυοπωλεία κατά 10,41%, στα κρεοπωλεία κατά 0,41%, στα οπωροπωλεία κατά 1,46%, στις κάβες κατά 20%. Από τα στοιχεία, εξάλλου, της Nielsen προκύπτει ότι ο κύκλος εργασιών στα φρέσκα και εν γένει προϊόντα που πωλούνται χύμα αυξήθηκε κατά 7,2% – πρόκειται δηλαδή για τα προϊόντα που πωλούν τα ειδικευμένα καταστήματα τροφίμων.

Σημαντική πηγή ενίσχυσης των εσόδων των σούπερ μάρκετ ήταν τα λεγόμενα είδη bazaar (είδη ένδυσης, μπάνιου, κουζίνας, ηλεκτρικά είδη κ.λπ.). Βάσει των στοιχείων της Nielsen, οι πωλήσεις τους ενισχύθηκαν κατά 10,7% το 2020 σε σύγκριση με το 2019. Με την εφαρμογή του δεύτερου lockdown απαγορεύτηκε η διάθεση μεγάλου μέρους των προϊόντων αυτών από τα φυσικά καταστήματα των αλυσίδων σούπερ μάρκετ, οι οποίες, όμως, είχαν το δικαίωμα να τα πωλούν μέσω των ηλεκτρονικών τους καταστημάτων. Από αύριο, άλλωστε, που θα επαναλειτουργήσει το σύνολο του λιανεμπορίου, θα αρθεί και η σχετική απαγόρευση για τη διάθεση των εν λόγω προϊόντων από τις αλυσίδες.

Στον αντίποδα, οι κλάδοι δηλαδή του λιανεμπορίου που δέχθηκαν το ισχυρότερο πλήγμα από τον κορωνοϊό, είναι του κοσμήματος, της ένδυσης, της υπόδησης και των καλλυντικών. Πέρα από το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις ήταν κλειστές στα δύο lockdowns, ο «εγκλεισμός» των καταναλωτών στο σπίτι και η τηλεργασία για μεγάλο χρονικό διάστημα κατέστησαν τα εν λόγω προϊόντα σχεδόν… αχρείαστα για πολλούς. Αντιστάθμιση των απωλειών από τις ηλεκτρονικές πωλήσεις έγινε σε περιορισμένο βαθμό, καθώς οι περισσότεροι καταναλωτές θέλουν να δοκιμάσουν πριν αγοράσουν ρούχα, παπούτσια και κοσμήματα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η υποχώρηση του τζίρου στο εννεάμηνο του 2020 ήταν στον κλάδο ένδυσης 30,12%, στον κλάδο υπόδησης 29,1%, στον κλάδο καλλυντικών 37,41% και στον κλάδο κοσμήματος-ρολογιών 47,75%.

Κερδισμένοι όσοι έμποροι προσαρμόστηκαν στα νέα δεδομένα

Σε αντίθεση με την πρόσφατη οικονομική κρίση που γνώρισε η Ελλάδα την προηγούμενη δεκαετία, η πανδημία ανέδειξε, πέρα από το γνωστό χάσμα ανάμεσα στους «μικρούς» και μεγάλους «παίκτες» του κλάδου, σειρά άλλων χαρακτηριστικών που δεν σχετίζονται κατ’ ανάγκη με το μέγεθος των επιχειρήσεων, αλλά με την κατηγορία στην οποία δραστηριοποιούνται και κυρίως με την ικανότητά τους να προσαρμόζονται με ταχύτητα στις νέες, πρωτοφανείς συνθήκες που δημιουργήθηκαν.

Ετσι οι καταναλωτές είδαν, για παράδειγμα, συνοικιακά καταστήματα να εφαρμόζουν με ευκολία το μοντέλο του click away το τελευταίο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου (την παραλαβή, δηλαδή, έξω από το κατάστημα σε προκαθορισμένη ημέρα και ώρα προϊόντων που παραγγέλνει ο καταναλωτής ηλεκτρονικά ή τηλεφωνικά), είτε με τον παραδοσιακό τρόπο της τηλεφωνικής παραγγελίας είτε αξιοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και την ίδια ώρα ελληνικοί και πολυεθνικοί όμιλοι να μην μπορούν να λειτουργήσουν όχι το μοντέλο click away, αλλά ούτε καν το ηλεκτρονικό κατάστημά τους. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι του Jumbo αλλά και της αλυσίδας H&M. Το μεν πρώτο έκλεισε για μεγάλο χρονικό διάστημα το ηλεκτρονικό κατάστημά του αδυνατώντας να διεκπεραιώσει τον όγκο των παραγγελιών, ενώ δήλωσε ότι δεν διαθέτει τις υποδομές για να εφαρμόσει το μοντέλο click away. Η δε σουηδική αλυσίδα δεν λειτούργησε το μοντέλο click away, ενώ καθυστέρησε σημαντικά την αποστολή των παραγγελιών από το ηλεκτρονικό κατάστημά της, καθώς οι αποθήκες της που εξυπηρετούν την Ελλάδα βρίσκονται σε Ιταλία και Βουλγαρία. Στη διάρκεια ειδικά του δεύτερου lockdown –διότι το πρώτο αιφνιδίασε τους πάντες, βρίσκοντας σχεδόν το σύνολο της αγοράς ανέτοιμο να αντιμετωπίσει τις νέες συνθήκες και τις νέες ανάγκες που δημιουργήθηκαν– είδαμε επίσης επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον ίδιο κλάδο, αυτό των τεχνολογικών προϊόντων, άλλες να δέχονται ηλεκτρονικές παραγγελίες μόνο από ένα όριο αγορών και άνω –για να μην υπερφορτώνεται το σύστημα διεκπεραίωσης των ηλεκτρονικών παραγγελιών– και άλλες να καταφέρνουν να παραδίδουν κάθε παραγγελία ακόμη και εντός 24 ωρών.

Δείγμα προσαρμογής στα νέα δεδομένα είναι, εξάλλου, η επέκταση επιχειρήσεων σε νέες δραστηριότητες εν μέσω πανδημίας που είδαμε να γίνεται τους τελευταίους μήνες, δραστηριότητες που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το λιανεμπόριο. Η αλυσίδα «Κωτσόβολος», αντιλαμβανόμενη ότι έχει την ταχύτητα και το σύστημα logistics για να το επιτύχει, διευρύνει σημαντικά την ποικιλία των προϊόντων που διαθέτει από το ηλεκτρονικό κατάστημά της, ξεφεύγοντας από το στενό πλαίσιο των ηλεκτρικών οικιακών συσκευών και των καταναλωτικών τεχνολογικών προϊόντων. Η εταιρεία έχει ήδη προσθέσει στο κωδικολόγιό της είδη ταξιδίου (βαλίτσες κ.λπ.), όργανα γυμναστικής, προϊόντα για παιδιά και βρέφη, από μπιμπερό έως καρότσια και ειδικά καθίσματα για το αυτοκίνητο, παιχνίδια εξωτερικού χώρου, ενώ το επόμενο διάστημα είναι πολύ πιθανό να προστεθούν ακόμη και έπιπλα κήπου. Οι πλατφόρμες παραγγελίας έτοιμου φαγητού όχι μόνο επεκτάθηκαν και στην παραγγελιοληψία ειδών σούπερ μάρκετ, αλλά επέκτειναν το αντικείμενό τους και στην υπηρεσία της διανομής, με πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα την efood. Η Wolt ετοιμάζεται να εισέλθει στη διανομή ειδών σούπερ μάρκετ, πιθανώς όχι για λογαριασμό άλλης αλυσίδας, αλλά δημιουργώντας τα δικά της καταστήματα, που δεν θα επισκέπτεται ο καταναλωτής, από τα οποία όμως θα παραγγέλνει ηλεκτρονικά τα προϊόντα που θέλει και θα του παραδίδονται στο σπίτι.