ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανάκτηση επενδυτικής βαθμίδας μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2023

Ανάκτηση επενδυτικής βαθμίδας μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2023

Την αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας στην επενδυτική βαθμίδα το πρώτο εξάμηνο του 2023 έχει θέσει ως έναν από τους βασικούς της στόχους πολιτικής η κυβέρνηση, σύμφωνα με όσα είπε χθες ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας, μιλώντας στο Φόρουμ των Δελφών. Ο υπουργός περιέγραψε τον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής, όπως τον έχει παρουσιάσει ο ίδιος πρόσφατα και στο υπουργικό συμβούλιο, θέτοντας άλλους 4 στόχους, πέραν της επενδυτικής βαθμίδας: την έξοδο από το καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας το 2022, την επίτευξη μονοψήφιου αριθμού μη εξυπηρετούμενων δανείων ώς το 2022, την επιστροφή στη δημοσιονομική ισορροπία με την επανεμφάνιση πρωτογενών πλεονασμάτων το 2023 και την εξασφάλιση βιώσιμης ανάπτυξης.

Σημειώνεται ότι η Ελλάδα απέχει σήμερα 2-3 βαθμίδες από την επενδυτική, ανάλογα με τον οίκο αξιολόγησης και η επίτευξη του κυβερνητικού στόχου για το πρώτο εξάμηνο του 2023 θεωρείται αρκετά ρεαλιστική από τους οίκους.

«Θα συνεχίσουμε να προωθούμε μεταρρυθμίσεις», τόνισε ο κ. Σταϊκούρας, σε συζήτηση με τον επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) Κλάους Ρέγκλινγκ, ο οποίος επανέλαβε ότι η βασική πρόκληση για την Ελλάδα στη φάση αυτή είναι η διατήρηση της αναπτυξιακής της δυναμικής, η οποία θα συμβάλει και στη διατήρηση της βιωσιμότητας του χρέους της.

«Θα πετύχουμε ισχυρή και δίκαιη ανάπτυξη», διαβεβαίωσε ο υπουργός, επικαλούμενος και τη βοήθεια από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Σε άλλο πάνελ, για το Ταμείο Ανάκαμψης, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Θεόδωρος Σκυλακάκης επιβεβαίωσε ότι φέτος υπάρχει προοπτική να εισπραχθούν μέχρι και 7,8-7,9 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης. Τόνισε ότι ο στόχος είναι να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, με μείωση της μαύρης οικονομίας μεταξύ άλλων. Τόνισε, επίσης, ότι τα δάνεια που θα δοθούν από το Ταμείο Ανάκαμψης δεν θα τα υπογράφουν δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά οι τράπεζες, τα fund ή και το ίδιο το κοινό, εφόσον οι επιχειρήσεις εκδώσουν ομολογιακά δάνεια, κάτι που θα είναι αποδεκτό στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης, όπως είπε.

Ο κ. Σκυλακάκης παραδέχθηκε ότι η υλοποίηση του προγράμματος είναι η μεγάλη πρόκληση και ανέφερε χαρακτηριστικά ότι μέσα σε ένα χρόνο, το 2022, πρέπει να διπλασιασθούν οι δημόσιες επενδύσεις από 5 δισ. ευρώ, που είναι ο συνηθισμένος μέσος όρος, σε 10 δισ. ευρώ.

Παρεμβαίνοντας ο πρόεδρος του ΣΕΒ Δημήτρης Παπαλεξόπουλος τόνισε ότι θα είχαμε πολλά να κερδίσουμε αν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος μετακινηθεί από την απορρόφηση στην εξασφάλιση μιας διατηρήσιμης πορείας ανάπτυξης. Ο κ. Παπαλεξόπουλος μίλησε για «καλό ξεκίνημα» και έδωσε έμφαση στην προώθηση της κατάρτισης, με σωστό τρόπο, έτσι ώστε να μπορούν οι ελληνικές επιχειρήσεις να βρίσκουν τα στελέχη που έχουν ανάγκη.
Αισιόδοξος ότι μπορούμε να υλοποιήσουμε το σχέδιο δήλωσε ο Βασίλης Καζάς, διευθύνων σύμβουλος της Grant Thornton Ελλάδος, που είναι σύμβουλος της κυβέρνησης για την αξιολόγηση του εύλογου κόστους των έργων. Ο κ. Καζάς ανέφερε κρίσιμες παραμέτρους που πρέπει να προσεχθούν όπως:

1. Αμεση ετοιμότητα επενδυτικών φορέων (δημόσιων και ιδιωτικών) και έγκαιρη ωρίμανση επενδυτικών σχεδίων.

2. Αποτελεσματική συνεργασία με τα εμπλεκόμενα πιστωτικά ιδρύματα.

3. Προσδιορισμός ορθών και αντιπροσωπευτικών οροσήμων και η αποτελεσματική παρακολούθηση της εκπλήρωσής τους.

4. Εφαρμογή κατάλληλου μηχανισμού διακυβέρνησης.

5. Δημιουργία ενός ανεξάρτητου μηχανισμού ελέγχου.

Ο πρόεδρος της Grant Thornton Nίκος Καραμούζης εξήρε τη σοβαρή προετοιμασία του προγράμματος, κάτι που δεν είχε γίνει κατά το παρελθόν, πρόσθεσε όμως ότι δεν πρέπει να καλλιεργούνται υπερβολικές προσδοκίες πως το Ταμείο θα είναι πανάκεια, και προειδοποίησε ότι ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας θα βγουν με πληγές από την κρίση, κυρίως αυξημένα χρέη, και ότι τα επιτόκια θα ανέβουν.