ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γενναιόδωρα πακέτα ενισχύσεων, αλλά χαμηλής αποτελεσματικότητας

gennaiodora-paketa-enischyseon-alla-chamilis-apotelesmatikotitas-561372502

Την υψηλότερη άμεση δαπάνη για τη στήριξη της οικονομίας της από την πανδημία μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης πραγματοποίησε η Ελλάδα, χωρίς ωστόσο να επιτύχει αντίστοιχες υψηλές επιδόσεις στην αναπλήρωση του απολεσθέντος εισοδήματος.

Tις νέες αυτές «ιδιαιτερότητες» της ελληνικής περίπτωσης, στην περίοδο της κρίσης, φωτίζει ένα δοκίμιο εργασίας του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου (Διερεύνηση των προσδιοριστικών παραγόντων των δαπανών «COVID-19» στην Ελλάδα και στην Ευρωζώνη, συγγραφείς Γιώργος Ιωαννίδης, Γεωργία Παντέλη και Γιώργος Δήμος).

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ που επεξεργάσθηκαν οι μελετητές, οι άμεσες δαπάνες της Ελλάδας για τη στήριξη της οικονομίας της, νοικοκυριών και επιχειρήσεων, σε τομείς πλην της Υγείας ανέρχονται σε 10,7% του ΑΕΠ της, ποσοστό που αφήνει πίσω τη δεύτερη, Γερμανία, με 9,8% του ΑΕΠ. Οι «γερμανικές» επιδόσεις στις δαπάνες είναι ίσως η άλλη όψη του άλλου ελληνικού ρεκόρ, αυτού της αύξησης των καταθέσεων, με το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό μετά των ΗΠΑ, μεταξύ των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ. Με άλλα λόγια, οι δαπάνες που πραγματοποίησε το ελληνικό Δημόσιο, ή ένα μέρος αυτών, πιθανότατα κατέληξαν –προς το παρόν τουλάχιστον– στις τράπεζες.

Παρά το γεγονός, όμως, ότι η Ελλάδα φάνηκε εξαιρετικά γενναιόδωρη στη χορήγηση άμεσης στήριξης (με εξαίρεση τον τομέα της υγείας), τα στοιχεία της Eurostat, που επεξεργάσθηκαν οι μελετητές του ΕΔΣ, δείχνουν ότι δεν εξασφάλισε υψηλό ποσοστό αναπλήρωσης της απώλειας του εισοδήματος. Αντίθετα, όπως μας μεταφέρει ο κ. Ιωαννίδης, το ποσοστό ήταν 41,2%, κάτι που τοποθετεί τη χώρα στη 16η θέση μεταξύ των «27» της Ε.Ε., με την Ολλανδία να καταλαμβάνει την 1η θέση με ποσοστό αναπλήρωσης 97% και τη Σουηδία στην τελευταία με 18%. Μεταξύ των 19 μελών της Ευρωζώνης, η Ελλάδα κατέλαβε την 11η θέση. Ο οριζόντιος χαρακτήρας των μέτρων, με μικρή στόχευση, στην πρώτη φάση τουλάχιστον, ίσως ερμηνεύει την «αντίφαση» αυτή, έως ένα βαθμό.

Από την άλλη πλευρά, σημειώνεται ότι τα μέτρα στήριξης βοήθησαν έτσι ώστε όχι μόνο να μην αυξηθεί η ανεργία, αλλά να μειωθεί, στο 16,3% από 17,3%, όπως επισημαίνεται στη μελέτη, με αντίστοιχα φαινόμενα να παρατηρούνται στην Ιταλία και στη Γαλλία. Η ρήτρα προστασίας της απασχόλησης, που συνόδευσε πολλά μέτρα, είναι ένας παράγοντας που ερμηνεύει την εξέλιξη αυτή, ενώ οι μελετητές επισημαίνουν και μια τεχνητή μείωση του εργατικού δυναμικού, που προκαλείται λόγω των ορισμών της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ.

Η μελέτη υποστηρίζει ότι ο πιο καθοριστικός, ίσως, παράγων για το ύψος των δαπανών που πραγματοποιεί η κάθε χώρα, είναι η ποιότητα της διακυβέρνησης. Οσο πιο αποτελεσματική είναι η διακυβέρνηση, δηλαδή η λειτουργία του κράτους και των θεσμών σε κάθε χώρα, τόσο λιγότερες δαπάνες απαιτούνται για να επιτευχθεί ένα αποτέλεσμα. Η Ελλάδα έχει τον χαμηλότερο δείκτη αποτελεσματικότητας διακυβέρνησης, σύμφωνα με τη World Bank. Aυτό ίσως αποτελεί μια ακόμη εξήγηση, υποστηρίζουν οι μελετητές, γιατί παρά τις υψηλές δαπάνες, η ύφεση ήταν από τις υψηλότερες, όπως και το επίπεδο αναπλήρωσης του απολεσθέντος εισοδήματος. Προσθέτουν, πάντως, ότι το μέγεθος της ύφεσης συνδέεται και με τη δομή της οικονομίας, που την καθιστά εξαιρετικά ευαίσθητη σε εξωτερικά σοκ.

Εκτός από τις άμεσες δαπάνες, τα περισσότερα κράτη-μέλη έδωσαν μεγάλη έμφαση στις λεγόμενες έμμεσες ή δυνητικές δαπάνες, που στήριξαν τη ρευστότητα των επιχειρήσεων μέσω εγγυήσεων δανείων. Γερμανία, Ιταλία και Γαλλία υιοθέτησαν μέτρα έμμεσης δαπάνης σε ποσοστό πάνω από 10% του ΑΕΠ, ενώ αντίθετα στην Ελλάδα, στην Ιρλανδία και στην Αυστρία η άμεση δαπάνη ήταν υπερδιπλάσια της έμμεσης. Στην Ελλάδα η έμμεση ήταν 4,8% του ΑΕΠ.