ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Καμπανάκι» ΤτΕ για την έκθεση των τραπεζών σε ομόλογα

Σημαντική αποκλιμάκωση κατά 31,1% των κόκκινων δανείων τον τελευταίο χρόνο

kampanaki-tte-gia-tin-ekthesi-ton-trapezon-se-omologa-561404173

Τον κίνδυνο της υψηλής εξάρτησης του τραπεζικού συστήματος από την κεντρική κυβέρνηση επισημαίνει η ΤτΕ στην έκθεση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, κρούοντας τον κώδωνα από μια απότομη προσαρμογή στις τιμές. Με βάση τα στοιχεία τέλους του 2020 η εξάρτηση έχει αυξηθεί σε 21,4% ως ποσοστό του συνολικού ενεργητικού και 36,5% ως ποσοστό του ΑΕΠ έναντι 13,8% και 18,4% αντίστοιχα τον Ιούνιο του 2018 και είναι αποτέλεσμα:

• Των ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου, που έχουν αυξηθεί το 2020 στα 26,7 δισ. ευρώ από 16,4 δισ. ευρώ το 2019.

• Των εγγυήσεων που έχουν δοθεί στο πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος εξυγίανσης των τραπεζών από τη μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

• Της αναβαλλόμενης φορολογίας.

Με δεδομένα τα ποσοστά διακράτησης τίτλων του ελληνικού Δημοσίου από τις τράπεζες και τις αποτιμήσεις των ομολόγων που παραμένουν υψηλές, «μια απότομη προσαρμογή στις τιμές τους λόγω μιας μη αναμενόμενης επιδείνωσης των μακροοικονομικών δεδομένων και σύσφιγξης στις συνθήκες χρηματοδότησης θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση της μεταβλητότητας και μείωση της ρευστότητας της αγοράς», επισημαίνει η ΤτΕ. 

Επιπλέον, η διασύνδεση των τραπεζών με την κεντρική κυβέρνηση μέσω της ύπαρξης της οριστικής και εκκαθαρισμένης αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC) αναμένεται επίσης να αυξηθεί εάν δεν ληφθούν μέτρα. Ο λόγος είναι ότι κατά την υλοποίηση των τιτλοποιήσεων με σκοπό την ελάφρυνση των ισολογισμών από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) χρησιμοποιούνται κεφάλαια για την κάλυψη των ζημιών, με αποτέλεσμα να ενισχύεται συνολικά το ποσοστό της φορολογικής απαίτησης ως ποσοστό των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών. Η ΤτΕ επισημαίνει «τη χαμηλή ποιότητα των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών, καθώς τον Δεκέμβριο του 2020 οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTCs) ανέρχονταν σε 15,1 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας ποσοστό 53% των συνολικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων».

Στην έκθεση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας καταγράφεται η σημαντική αποκλιμάκωση κατά 31,1% ή 21,3 δισ. ευρώ των κόκκινων δανείων που πέτυχαν οι τράπεζες τον τελευταίο χρόνο, σημειώνοντας ωστόσο ότι το ποσοστό παραμένει υψηλό και συγκεκριμένα στο 30,1%. Η ΤτΕ επισημαίνει την ανάγκη ταχείας και πλήρους αποτύπωσης των νέων ΜΕΔ που θα προκύψουν από την πανδημία στους ισολογισμούς των τραπεζών και για αυτό χαρακτηρίζει «υψίστης σημασίας την επιλογή των κατάλληλων εργαλείων που θα οδηγήσουν στη μείωσή τους». Στη βάση αυτή επαναλαμβάνει την πάγια θέση της ότι «για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των τραπεζών απαιτούνται επιπλέον ενέργειες, οι οποίες θα διευκολύνουν την εμπροσθοβαρή αναγνώριση των ζημιών λόγω αυξημένου πιστωτικού κινδύνου εξαιτίας της πανδημίας και την εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών μαζί με την αντιμετώπιση του προβλήματος των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων». 

Σε ό,τι αφορά την κεφαλαιακή επάρκεια του τραπεζικού συστήματος, αυτή υποχώρησε έναντι του 2019, παραμένοντας όμως σε ικανοποιητικό επίπεδο, λαμβάνοντας υπόψη και τα εποπτικά μέτρα κεφαλαιακής ελάφρυνσης, που έχει θέσει σε εφαρμογή η ΕΚΤ. Συγκεκριμένα, ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε σε 14,9% τον Δεκέμβριο του 2020 από 16,2% τον Δεκέμβριο του 2019, και ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου σε 16,6%, από 17,3% αντίστοιχα. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στη μείωση των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των τραπεζικών ομίλων, που επηρεάστηκαν αρνητικά από την εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του ΔΠΧΑ 9 και την καταγραφή ζημιών μετά από φόρους.

Οπως σημειώνει η ΤτΕ, «σημαντική παράμετρο αποτελεί η χαμηλή ποιότητα των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών, καθώς τον Δεκέμβριο του 2020 οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTCs) ανέρχονταν σε 15,1 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας ποσοστό 53% των συνολικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων.