ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ΕΚΤ μειώνει τον ρυθμό αγοράς ομολόγων μέσω του PEPP

Η ΕΚΤ δεν θα εγκαταλείψει την Ελλάδα μετά τη λήξη του έκτακτου προγράμματος αγορών ομολόγων, δήλωσε χθες ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας.

Η ΕΚΤ μειώνει τον ρυθμό αγοράς ομολόγων μέσω του PEPP

Μικρό… φρένο στους αυξημένους ρυθμούς καθαρών αγορών στοιχείων ενεργητικού στο πλαίσιο του έκτακτου προγράμματος πανδημίας PEPP αποφάσισε να βάλει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το τέταρτο τρίμηνο του έτους, δίνοντας ραντεβού με τις αγορές τον Δεκέμβριο για μια πιο σαφή εικόνα για τη… ζωή μετά από αυτό. Ωστόσο, όπως ξεκαθάρισε η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ, σε μια προσπάθεια να καθησυχάσει τις αγορές, αυτό δεν αποτελεί tapering, δηλαδή σταδιακή απόσυρση της στήριξης –«the lady isn’t tapering», όπως είπε χαρακτηριστικά–, αλλά  «επαναρρύθμιση» (recalibration). Η απόφαση αυτή, η οποία ήταν ομόφωνη, βασίζεται στο ότι η ανάκαμψη της οικονομίας της Ευρωζώνης έχει ενισχυθεί σημαντικά, κάτι που οδήγησε την ΕΚΤ να «ανεβάσει» τις προβλέψεις της τόσο για την ανάπτυξη όσο και για τον πληθωρισμό.

Παράλληλα, ραντεβού έδωσε και με την Ελλάδα στην τελευταία συνεδρίαση του έτους, σχετικά με το εάν και πώς θα συνεχίσει να παρέχει στήριξη στα ελληνικά κρατικά ομόλογα, αλλά και τις ελληνικές τράπεζες, μέσω του waiver που έχει δοθεί λόγω πανδημίας, κάνοντας αποδεκτούς τους ελληνικούς κρατικούς τίτλους ως εγγυήσεις στις πράξεις χρηματοδότησης του ευρωσυστήματος.

Οπως τόνισε η Κριστίν Λαγκάρντ κατά τη συνέντευξη Τύπου μετά την ολοκλήρωση της συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου, με βάση την κοινή αξιολόγηση των συνθηκών χρηματοδότησης και των προοπτικών για τον πληθωρισμό, το διοικητικό συμβούλιο έκρινε ότι οι ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης μπορούν να διατηρηθούν με έναν μετρίως χαμηλότερο ρυθμό διενέργειας καθαρών αγορών υπό το PEPP, σε σύγκριση με τα δύο προηγούμενα τρίμηνα. Οπως ξεκαθάρισε, δεν έχει ακόμα αποφασιστεί το πώς θα κινηθεί η ΕΚΤ μετά το τέλος του PEPP και αν θα διατηρηθούν κάποιες από τις ευελιξίες του στη συνέχεια, προσθέτοντας πως αυτό είναι κάτι που θα εξεταστεί και θα συζητηθεί κατά τη συνεδρίαση του Δεκεμβρίου. Οι αναλυτές πάντως εκτιμούν ότι θα ανεβάσει σημαντικά τους ρυθμούς αγορών υπό το κλασικό QE.

Οπως σημειώνει στην «Κ» ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, η απόφαση της ΕΚΤ δεν σηματοδοτεί το tapering του PEPP. «Το θεωρώ οριακή προσαρμογή λόγω της βελτίωσης των συνθηκών». Αυτό είναι το μήνυμα που έλαβαν εξάλλου και οι αγορές, καθώς τόσο τα ομόλογα όσο και οι ευρωπαϊκές αγορές αντέδρασαν θετικά μετά τις ανακοινώσεις της ΕΚΤ.

Κατά τον κ. Στουρνάρα, η απόφαση της ΕΚΤ δεν επηρεάζει καθόλου την Ελλάδα, ενώ εκφράζει την πεποίθηση ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν θα αποσύρει τη στήριξή της προς τη χώρα μας μετά το τέλος του PEPP ή τη λήξη του waiver (Ιούνιος 2022). Σημειώνεται πως η Ελλάδα, καθώς δεν έχει ακόμη επενδυτική βαθμίδα, δεν συμμετέχει στα κανονικά προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και έτσι μετά το PEPP θα χάσει τη στήριξη. «Δεν θεωρώ πιθανό ότι θα μας εγκαταλείψει η ΕΚΤ όσο ακολουθούμε την ορθή οικονομική πολιτική. Σε κάθε περίπτωση θα συζητηθεί και θα αποφασιστεί αργότερα στο διοικητικό συμβούλιο», επισημαίνει ο κ. Στουρνάρας. Σε σχετική ερώτηση κατά τη συνέντευξη Τύπου η κ. Λαγκάρντ τόνισε πως είναι πρόωρο να συζητηθεί το θέμα της Ελλάδας αυτή τη στιγμή και πως τον Δεκέμβριο θα ληφθεί υπόψη και θα αντιμετωπιστεί.

Σε ό,τι αφορά το επόμενο διάστημα έως τον Δεκέμβριο, η κ. Λαγκάρντ πρόσθεσε πως η ΕΚΤ θα συνεχίσει να διενεργεί τις αγορές με ευελιξία, σύμφωνα με τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά και με σκοπό να αποτρέψει την υιοθέτηση αυστηρότερων συνθηκών χρηματοδότησης, που δεν συμβαδίζουν με την αντιστάθμιση της προς τα κάτω επίδρασης που ασκεί η πανδημία στην προβλεπόμενη πορεία του πληθωρισμού.

Αν και η ΕΚΤ δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τον όγκο των αγορών ομολόγων που θα διενεργήσει το δ΄ τρίμηνο, ο «μετρίως χαμηλότερος ρυθμός», σύμφωνα με τους αναλυτές, σημαίνει πως από τα περίπου 80 δισ. ευρώ μηνιαίως που κινήθηκαν οι αγορές της ΕΚΤ από τον Μάιο έως τον Ιούλιο (και λιγότερο κατά τον Αύγουστο), ο ρυθμός θα μειωθεί κοντά στα 70 δισ. ευρώ. Αλλωστε, όπως υπογραμμίζουν, η μείωση του μηνιαίου ρυθμού ήταν λογική έτσι ώστε να μην εξαντληθεί ο φάκελος του PEPP, συνολικού ύψους 1,85 τρισ. ευρώ, πριν από τα τέλη Μαρτίου 2022, όταν και αναμένεται να ολοκληρωθεί. Αξίζει να σημειώσουμε πως έως τα τέλη Αυγούστου οι συνολικές αγορές υπό το PEPP είχαν φτάσει το 1,337 δισ. ευρώ, με μόλις 510 δισ. ευρώ περίπου να απομένουν.

Το διοικητικό συμβούλιο επιβεβαίωσε επίσης τα άλλα μέτρα που έχει λάβει, διατηρώντας έτσι αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια, την παροχή ενδείξεων για την ενδεχόμενη μελλοντική εξέλιξη αυτών των επιτοκίων, τις αγορές που διενεργεί στο πλαίσιο του προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού (APP, στα 20 δισ. ευρώ μηνιαίως), τις πολιτικές επανεπένδυσης –οι οποίες θα συνεχιστούν τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2023– και τις πράξεις πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (TLTRO).

5% η ανάπτυξη το 2021

Η ανάκαμψη της οικονομίας έχει προχωρήσει σημαντικά και η οικονομική δραστηριότητα αναμένεται να ξεπεράσει τα προ πανδημίας επίπεδα έως το τέλος του έτους, όπως σημείωσε η επικεφαλής της ΕΚΤ. «Με πάνω από το 70% των ενηλίκων να έχουν εμβολιαστεί, η οικονομία έχει σε μεγάλο βαθμό ανοίξει, επιτρέποντας στους καταναλωτές να ξοδέψουν περισσότερο και στις εταιρείες να αυξήσουν την παραγωγή», επεσήμανε η κ. Λαγκάρντ. Οπως σημείωσε, το ΑΕΠ της Ευρωζώνης προβλέπεται πλέον ότι θα ενισχυθεί κατά 5% το 2021, από 4,6% που προβλεπόταν τον Ιούνιο, κατά 4,6% το 2022 και κατά 2,1% το 2023. Την ίδια στιγμή, προειδοποίησε ότι ενώ η αύξηση της ανοσίας σημαίνει ότι ο αντίκτυπος της πανδημίας είναι τώρα λιγότερο σοβαρός, η εξάπλωση της μετάλλαξης «Δέλτα» μπορεί να καθυστερήσει το πλήρες άνοιγμα της οικονομίας.

Η κ. Λαγκάρντ τόνισε επίσης ότι η τρέχουσα άνοδος του πληθωρισμού αναμένεται να είναι προσωρινή, προσθέτοντας πως η ΕΚΤ αναθεώρησε ελαφρώς ανοδικά τις προβλέψεις για τον πληθωρισμό, αλλά σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο προβλέπεται να παραμείνει αρκετά κάτω από τον στόχο του 2%. Η προσωρινή άνοδος των τιμών οφείλεται κυρίως στις αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου, στην αντιστροφή της προσωρινής μείωσης του ΦΠΑ στη Γερμανία, στις καθυστερημένες πωλήσεις από το 2020 και τις πιέσεις στα κόστη στην εφοδιαστική αλυσίδα, εξήγησε. Κατά τη διάρκεια του 2022 αυτοί οι παράγοντες θα υποχωρήσουν ή θα εξέλθουν από τον υπολογισμό του πληθωρισμού από έτος σε έτος. Ετσι, η ΕΚΤ αναμένει τώρα ότι ο πληθωρισμός το 2021 θα διαμορφωθεί στο 2,2% έναντι 1,9% που προβλεπόταν τον Ιούνιο, το 2022 θα υποχωρήσει στο 1,7% και το 2023 στο 1,5%.