ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στο ρετιρέ, λόγω ζήτησης, οι τιμές ενοικίασης

Το δεύτερο τρίμηνο του 2021 τα μισθώματα αυξήθηκαν 11,5% στο υπόλοιπο Αττικής, 8,4% στα βόρεια προάστια και 8,1% στα δυτικά

sto-retire-logo-zitisis-oi-times-enoikiasis-561499135

Σε κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα εξελίσσεται το ιδιαίτερα υψηλό κόστος στέγασης μεγάλης μερίδας των νοικοκυριών, ιδίως δε μεταξύ των νεότερων ηλικιών, όπου τα ποσοστά της ανεργίας είναι υψηλότερα (πέριξ του 36%) και οι μισθολογικές απολαβές χαμηλότερες. Είναι χαρακτηριστική η πρόσφατη έρευνα της Eurostat στη χώρα μας, όπου προέκυψε ότι σχεδόν το 70% των νέων ηλικίας από 18 έως 34 ετών εξακολουθεί να μένει με τους γονείς του. Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα ποσοστά πανευρωπαϊκά, καθώς ο μέσος όρος στην Ε.Ε. διαμορφώνεται σε 50%.

Η στροφή όλο και περισσότερων ανθρώπων προς την επιλογή της ενοικίασης έχει ωθήσει τις τιμές προς τα πάνω, με αποτέλεσμα το ποσοστό του μηνιαίου εισοδήματος που καλύπτει το κόστος του ενοικίου να αυξάνεται συνεχώς, συμπιέζοντας το διαθέσιμο εισόδημα για άλλες βασικές ανάγκες ενός νοικοκυριού. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία των μεσιτικών γραφείων, σε πολλά σημεία της Αττικής και γενικότερα στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας καταγράφονται αυξήσεις της τάξεως του 25%-30% από το 2017 μέχρι σήμερα. Με βάση τον δείκτη τιμών ενοικίων του Spitogatos.gr, μόνο κατά τη διάρκεια του δευτέρου τριμήνου του 2021 τα ενοίκια αυξήθηκαν κατά 11,5% στο υπόλοιπο Αττικής, κατά 8,4% στα βόρεια προάστια και κατά 8,1% στα δυτικά προάστια, όπου πλέον το μέσο ενοίκιο προσεγγίζει τα 7 ευρώ/τ.μ., από 4,5 ευρώ/τ.μ. μέχρι και το 2018! Εν ολίγοις, ακόμα και προσιτές περιοχές καταγράφουν πολύ μεγάλες αυξήσεις, με αποτέλεσμα να περιορίζονται και οι επιλογές όσων αναζητούν φθηνότερη στέγη. Πάντως, στο κέντρο της Αθήνας φαίνεται πως βρέθηκε το όριο, καθώς η μέση τιμή έχει αρχίσει να καταγράφει τάσεις διόρθωσης, υποχωρώντας κατά 4,1% σε 9 ευρώ/τ.μ. κατά το δεύτερο τρίμηνο. Παραμένει όμως αισθητά υψηλότερα απ’ ό,τι μέχρι πριν από λίγα χρόνια, όταν η μέση τιμή ήταν της τάξεως των 7-7,5 ευρώ/τ.μ.

Οι τιμές κινούνται ανοδικά εξαιτίας της δομικής αλλαγής που έχει συμβεί στην αγορά κατοικίας από την οικονομική κρίση και μετά. Πριν από το 2010 η ζήτηση για αγορά κατοικίας ήταν υψηλότερη από την αντίστοιχη ζήτηση για ενοικίαση. Σήμερα η εικόνα αυτή έχει αντιστραφεί πλήρως, με το 90%-95% όσων αναζητούν στέγη να κινούνται αποκλειστικά με στόχο την ενοικίαση. Ως εκ τούτου, η προσφορά έχει αρχίσει να περιορίζεται, με αποτέλεσμα οι ζητούμενες τιμές να κινούνται ανοδικά, ακόμα και εν μέσω πανδημίας.

Το πρόβλημα έγκειται στο ότι δεν ακολουθούν αντίστοιχες αυξήσεις και τα εισοδήματα των νοικοκυριών. Παρά τις κινήσεις φορολογικής ελάφρυνσης που έχουν γίνει την τελευταία διετία, η πανδημία έχει επηρεάσει αρνητικά τα εισοδήματα (η Eurostat κάνει λόγο για απώλειες 7,3% με το πέρας του 2020). Αντίστοιχα, σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, ο μέσος μηνιαίος μισθός στον ιδιωτικό τομέα έχει υποχωρήσει κατά 24,4% τη δεκαετία 2009-2019, από τα 1.281 ευρώ στα 968,5 ευρώ. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι αν σε μια οικογένεια εργάζεται μόνο το ένα από τα δύο μέλη και δεν υπάρχει ιδιόκτητη κατοικία, τίθεται ζήτημα στέγασης, καθώς ένα σημαντικό ποσοστό του εισοδήματος θα πρέπει να δαπανηθεί για το ενοίκιο.

Αρνητική πρωτιά

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στις περιοδικές εκθέσεις της Eurostat για την ποιότητα ζωής στην Ε.Ε., όπου η Ελλάδα καταλαμβάνει –σταθερά και με μεγάλη διαφορά– τη δυσάρεστη πρωτιά, ως η χώρα με τους περισσότερους πολίτες που διαβιούν σε συνθήκες φτώχειας. Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα το 83,1% όσων νοικιάζουν κατοικία χρειάζεται να ξοδεύει πάνω από το 40% των μηνιαίων εισοδημάτων του για να καλύπτει δαπάνες που σχετίζονται με τη διαμονή (ενοίκιο, κοινόχρηστα, λογαριασμοί κοινής ωφέλειας κτλ.). Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε., καθώς ο αντίστοιχος μέσος όρος δεν ξεπερνά το 25% όσων νοικιάζουν το ακίνητο στο οποίο διαμένουν.