ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ισχυρά επενδυτικά κίνητρα για το αύριο των λιγνιτικών περιοχών

Δεν αρκεί να είναι ισοδύναμα με άλλων αναπτυσσόμενων περιφερειών

ischyra-ependytika-kinitra-gia-to-ayrio-ton-lignitikon-periochon-561503737

Τη δημιουργία ενός ειδικού πλαισίου αλλά και ενός μηχανισμού αξιολόγησης  των μεγάλων επενδύσεων που θα μπορούσαν να αναπληρώσουν τον ρόλο των μονάδων της ΔΕΗ σε Μεγαλόπολη και Πτολεμαΐδα προτείνει ο καθηγητής Γιώργος Πετράκος από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας στο «Δίκτυο ενεργειακών πόλεων, ένα σχέδιο για την αξιολόγηση των αναπτυξιακών επιδράσεων του εδαφικού σχεδίου δίκαιης μετάβασης Δυτικής Μακεδονίας και Μεγαλόπολης και διατύπωση προτάσεων για την ομαλή μετάβαση στη μεταλιγνιτική περίοδο και την ανάπτυξη ενός βιώσιμου παραγωγικού συστήματος».

Αφορμή για τη μελέτη είναι η αξιολόγηση των λεγόμενων εδαφικών σχεδίων, δηλαδή για το πώς θα διατεθούν οι γαίες που είχε δεσμεύσει η ΔΕΗ για τις εξορυκτικές της δραστηριότητες, ένας πόρος που η αξιοποίησή του θα προικίσει μελλοντικές δραστηριότητες. Τα σχέδια έχουν προεγκριθεί, αλλά οι χωροταξικές ρυθμίσεις δεν έχουν προχωρήσει. Σε νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης πριν από το τέλος του χρόνου θα περιληφθούν οι ειδικές ενισχύσεις για τις περιοχές υπό μετάβαση, ενώ μέχρι τότε πρέπει να έχει λυθεί το ζήτημα του πώς θα ενισχυθούν οι όποιες επενδύσεις από γη που ανήκε στη ΔΕΗ. Στα όρια του Δήμου Κοζάνης η ΔΕΗ κατείχε 70.000 στρέμματα.
Στη μελέτη του για λογαριασμό των πόλεων που ζούσαν από τον λιγνίτη, ο κ. Πετράκος σημειώνει: «Εάν δεν υπάρξει κάποιο ειδικό καθεστώς κινήτρων (τύπου φθινουσών περιοχών τη δεκαετία του 1990) που να διαφοροποιεί προς τα πάνω τα κίνητρα που θα ισχύουν στις υπόλοιπες αναπτυσσόμενες περιφέρειες (αυτές με ΑΕΠ κατά κεφαλήν κάτω του 75% του μέσου όρου της Ε.Ε.), τότε δεν είναι καθόλου προφανές γιατί μια μεγάλη επένδυση θα επιλέξει να εγκατασταθεί στη Δυτική Μακεδονία ή τη Μεγαλόπολη αντί για τη Στερεά Ελλάδα, τη Θεσσαλία ή την Κεντρική Μακεδονία, οι οποίες θα έχουν το ίδιο καθεστώς κινήτρων και πιο ευνοϊκά οικονομικά περιβάλλοντα ως προς την προσβασιμότητα στις αγορές, το μέγεθος της οικονομίας και τις αναπτυξιακές προοπτικές. Αν δεν υπάρξει ένα σαφές ειδικό καθεστώς κινήτρων το οποίο, κατ’ εξαίρεση των κανονισμών, να επιτρέπει σωρευτικά τη χρήση επιχορηγήσεων, φορολογικών απαλλαγών, αποσβέσεων και μακροχρόνια παραχώρησης γης με ευνοϊκούς όρους, η προσέλκυση σημαντικών επενδύσεων από άλλες περιοχές και άλλες χώρες θα παραμένει ένα διακύβευμα, ιδίως αν η κρίση της πανδημίας στην Ε.Ε. δεν ξεπεραστεί όσο γρήγορα αναμενόταν αρχικά».

Οι συνολικοί πόροι για το πρόγραμμα δίκαιης μετάβασης θα ξεπεράσουν τα 3 δισ, ευρώ. Το ποσό είναι ιδιαίτερα μεγάλο για μια περιφέρεια με πληθυσμό περίπου 283.000 κατοίκων και αντιστοιχεί σε περίπου 12.000 ευρώ ανά κάτοικο ή σε περίπου 50.000 ευρώ ανά τετραμελή οικογένεια για την περίοδο 2021-27. Για να έχουν πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα αυτοί οι πόροι και να δημιουργήσουν εισοδήματα και βιώσιμες θέσεις απασχόλησης –και όχι προσωρινή ανακούφιση από το πρόβλημα– απαιτείται έγκαιρος συντονισμός και εξειδίκευση των προγραμμάτων σε επίπεδο έργων και δράσεων και σε επίπεδο χρονικού προγραμματισμού. Πολλά από τα προβλήματα δυσκαμψίας ή ακαμψίας των διοικητικών μηχανισμών που θα εμφανιστούν δεν θα μπορούν να λυθούν σε επίπεδο διοίκησης του προγράμματος, αλλά μόνο σε επίπεδο κυβερνητικής επιτροπής, η οποία εκ των πραγμάτων θα πρέπει να αναλάβει έναν πιο επιχειρησιακό ρόλο.

O λιγνίτης, από καύσιμο, λίπασμα για εξαγωγή

Μερικά από τα κεντρικά ερωτήματα της μελέτης είναι: Ποιος είναι ο νέος κλάδος ενέργειας; Αποσύρεται ο λιγνίτης ως καύσιμο για την παραγωγή ενέργειας, και τι μένει ή τι έρχεται στη θέση του; Είναι τα φωτοβολταϊκά μόνο; Υπάρχει συγκροτημένος σχεδιασμός για παραγωγή ενέργειας από φυσικό αέριο; Πώς αξιοποιείται ο TAP; Τι θα γίνει με την Πτολεμαΐδα 5 μετά το 2028; Υπάρχει κάποιο σχέδιο για την παραγωγή ενέργειας από υδρογόνο; Τι γίνεται με τον λιγνίτη όσον αφορά τη μη ενεργειακή του χρήση, ως λίπασμα, ως εδαφοβελτιωτικό ή οποιαδήποτε άλλη χρήση μπορεί να έχει;

Η αξιοποίηση του λιγνίτη για χρήσεις που δεν έχουν σχέση με την παραγωγή ενέργειας, είναι ένα ζήτημα κομβικής σημασίας για την περιοχή, γιατί αναφέρεται σε χρήση λιγνίτη που δεν απαιτεί καύση. Η επιλογή αυτή συμμορφώνεται πλήρως στις επιταγές της κλιματικής αλλαγής, με θετικό μάλιστα περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, υπάρχει ισχυρή ζήτηση στη Σαουδική Αραβία και στη Μέση Ανατολή, κάτι που από μόνο του ως προοπτική συγκρατεί θέσεις εργασίας στον κλάδο της εξόρυξης και δημιουργεί προοπτικές βιωσιμότητας και στον σιδηρόδρομο μέχρι το λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Βέβαια, για να είναι εφικτός ένας τέτοιος σχεδιασμός θα πρέπει να προβλεφθεί ότι ένα μέρος των ορυχείων θα παραμείνει ανοιχτό για να μπορεί να τροφοδοτηθεί αυτού του τύπου τις λειτουργίες.

– Η ένταξη ενός πακέτου 300 εκατ. ευρώ (δηλαδή 242 εκατ. συν ΦΠΑ) στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για τις αποκαταστάσεις των 22 εδαφών καταγράφεται επίσης στις πολύ θετικές εξελίξεις. Η προσέγγιση του κόστους των αποκαταστάσεων στηρίζεται σε μελέτες εξωτερικών συμβούλων, οι οποίοι κάνουν διαρκείς εκτιμήσεις. Επιπλέον, γίνονται επανεκτιμήσεις με βάση τα δεδομένα που δημιουργούνται για τις νέες χρήσεις στο πλαίσιο των ειδικών πολεοδομικών σχεδίων. Το ερώτημα που προκύπτει εδώ είναι «ποια είναι η εναλλακτική πρόταση εάν το ύψος των 300 εκατ. για τις αποκαταστάσεις αποδειχθεί ανεπαρκές»;