ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ελληνική οικονομία αποκτά ισχυρές δημοσιονομικές αντοχές, λέει η Moody’s

Η χώρα μπορεί να αντιμετωπίσει ένα νέο σοκ λόγω ισχυρής ανάπτυξης και χαμηλού κόστους δανεισμού

i-elliniki-oikonomia-apokta-ischyres-dimosionomikes-antoches-leei-i-moody-s-561518425

Σταδιακή πτώση του δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας βλέπει ο οίκος αξιολόγησης Moody’s και την επιστροφή στα επίπεδα προ πανδημίας ή και χαμηλότερα έως το 2025, βαθμολογώντας τη δημοσιονομική ισχύ της χώρας ως πολύ ανθεκτική σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση ενός πιθανού νέου σοκ το συγκεκριμένο διάστημα. Και αυτό χάρη στην πολύ ισχυρή ανάπτυξη που εκτιμάται ότι θα σημειώσει η ελληνική οικονομία, καθώς και στα πολύ χαμηλά επίπεδα του κόστους δανεισμού. 

Παράλληλα, η επιστροφή της Ελλάδας σε σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα αναμένεται να μειώσει ακόμα πιο έντονα το επίπεδο του χρέους, όπως επισημαίνει, ενώ υπογραμμίζει πως, γενικότερα, η μεγάλη πρόκληση για τις κυβερνήσεις είναι να μπορέσουν να εκμεταλλευτούν την περίοδο χαμηλών επιτοκίων για να μειώσουν τα πρωτογενή ελλείμματα, ώστε να αρχίσουν να αντιστρέφουν τη δυναμική του χρέους τους πριν από την αύξηση των επιτοκίων.

Πιο αναλυτικά, όπως επισημαίνει ο οίκος, τα επίπεδα χρέους στις ανεπτυγμένες οικονομίες θα παραμείνουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα μετά και τη σημαντική αύξηση πέρυσι λόγω της πανδημίας. Αν και κάποιες χώρες θα σταθεροποιήσουν τους δείκτες χρέους προς ΑΕΠ το 2022, θα χρειαστούν γενικά πολύ περισσότερα χρόνια για να επαναφέρουν τα βάρη του χρέους στο επίπεδο πριν από την κρίση, και αυτή είναι μια σημαντική πρόκληση για την ανάκτηση της δημοσιονομικής ευελιξίας. Σε λίγες περιπτώσεις, ενδέχεται να μην επιστρέψουν σε επίπεδα πριν από την πανδημία για πολλά χρόνια, εκτός εάν οι κυβερνήσεις επιτύχουν πρωτοφανή δημοσιονομική εξυγίανση ή/και πολύ υψηλότερη οικονομική ανάπτυξη. Οσο περισσότερο θα χρειαστεί για τα κράτη να αποκαταστήσουν κάποια δημοσιονομική ευελιξία, τόσο πιο επιρρεπή θα είναι σε ένα αρνητικό σοκ που θα πραγματοποιηθεί εν τω μεταξύ.

Ωστόσο, ορισμένες χώρες θα είναι σε θέση να σταθεροποιήσουν τους δείκτες χρέους τους φέτος ή το επόμενο έτους, «τρέχοντας» παράλληλα μεγαλύτερα πρωτογενή ελλείμματα από ό,τι πριν από την κρίση. Αυτό, όπως επισημαίνει, εξηγείται εν μέρει από τα χαμηλότερα επιτόκια και την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας που καθιστούν ευνοϊκότερες τις συνθήκες. Είναι επίσης ευκολότερο να σταθεροποιηθεί το χρέος όταν τρέχουν ελλείμματα, όταν το αρχικό βάρος του χρέους είναι ήδη αυξημένο. Ετσι, η Ελλάδα για παράδειγμα, όπως αναφέρει η Moody’s, μπορεί να σταθεροποιήσει το χρέος της παρά το πρωτογενές έλλειμμα, εφόσον η ανάπτυξη είναι τουλάχιστον τόσο υψηλή όσο το κόστος του χρέους.

Υπό την προϋπόθεση ότι τα επιτόκια αναχρηματοδότησης παραμένουν σχετικά χαμηλά μεσοπρόθεσμα, ο μέσος όρος των τόκων που πληρώνονται για το χρέος θα μειωθεί περαιτέρω τα επόμενα χρόνια, καθώς τα κράτη θα συνεχίσουν να αναχρηματοδοτούν το χρέος και να χρηματοδοτούν νέα ελλείμματα με λιγότερο ακριβό χρέος, διευκολύνοντας τη σταθεροποίηση του χρέους/ΑΕΠ. Ωστόσο, τα χαμηλότερα επιτόκια δεν θα αντισταθμίσουν από μόνα τους τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό και οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας στο χρέος.

Ο βαθμός στον οποίο το κόστος δανεισμού επηρεάζει το μέσο επιτόκιο στο απόθεμα του χρέους εξαρτάται από το μέγεθος των νέων δανείων, το οποίο είναι από μόνο του συνάρτηση του δημοσιονομικού ελλείμματος και του προφίλ απόσβεσης του χρέους. Ως αποτέλεσμα, ο βασικός καθοριστικός παράγοντας της δυναμικής του χρέους και των πιστωτικών προφίλ είναι εάν οι κυβερνήσεις είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν την περίοδο χαμηλών επιτοκίων για να μειώσουν αρκετά τα πρωτογενή ελλείμματα, ώστε να αρχίσουν να αντιστρέφουν τη δυναμική του χρέους τους πριν από την ομαλοποίηση των επιτοκίων.

Η Moody’s πάντως προβλέπει ότι σε γενικές γραμμές τα δημοσιονομικά ελλείμματα θα μειωθούν σταδιακά και η ανάπτυξη θα επιστρέψει στη μακροπρόθεσμη τάση κάθε οικονομίας μέσα σε λίγα χρόνια, ενώ κάποιες χώρες θα μπορούν να επιστρέψουν το χρέος τους σε επίπεδα προ πανδημίας γύρω στα μέσα της δεκαετίας. Για την Ελλάδα, όπως αναφέρει, η επιστροφή σε σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα θα μειώσει ακόμα πιο έντονα το βάρος του χρέους, αν και θα παραμείνει υψηλό.