ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τράπεζες: Μακρύς ο δρόμος για την εδραίωση της κερδοφορίας σε ισχυρές βάσεις

Η εξυγίανση ισολογισμών των τραπεζών ροκανίζει κέρδη, κεφαλαιακή επάρκεια

trapezes-makrys-o-dromos-gia-tin-edraiosi-tis-kerdoforias-se-ischyres-vaseis-561529438

Σημαντική είναι η διαφορά που συνεχίζει να χωρίζει τις ελληνικές τράπεζες από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές σε όρους αποδοτικότητας και θωράκισης των ισολογισμών τους, προεξοφλώντας έναν δύσκολο δρόμο έως ότου η κερδοφορία εδραιωθεί σε σταθερή βάση.

Αυτό προκύπτει από τη σύγκριση των στοιχείων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (European Banking Authority – ΕΒΑ) για το σύνολο των ευρωπαϊκών τραπεζών, με βάση τα οποία το ελληνικό τραπεζικό σύστημα συνεχίζει να κρατάει τα σκήπτρα με τα υψηλότερα κόκκινα δάνεια μεταξύ των τραπεζών στην Ευρωζώνη. Η εξυγίανση των ισολογισμών των ελληνικών τραπεζών συσσωρεύει ζημίες που ροκανίζουν την κερδοφορία και την κεφαλαιακή επάρκεια.

Παρά το γεγονός ότι ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας των ελληνικών τραπεζών βρίσκεται στο 15% και υπερκαλύπτει τις απαιτήσεις που έχουν θέσει οι εποπτικές αρχές, πρόκειται για τον χαμηλότερο δείκτη στην Ευρωζώνη, που κατά μέσον όρο κινείται κοντά στο 20%.

Στο επίπεδο του 13,5% διαμορφώθηκε επίσης ο βασικός δείκτης κεφαλαιακής CET1, που αποτελεί επίσης τη χαμηλότερη επίδοση, καθώς στη συντριπτική τους πλειονότητα τα τραπεζικά συστήματα στην Ευρωζώνη διαθέτουν δείκτη μεταξύ 25% και 15%. Στην τελευταία θέση της κατάταξης φέρνει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα η πλήρης προσαρμογή στο IFRS9, με τον αντίστοιχο δείκτη να διαμορφώνεται οριακά πάνω από το 11%, όταν η συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών κινείται πάνω από το 15%.

Ο δείκτης των κόκκινων δανείων διαμορφώθηκε στα τέλη του α΄ εξαμήνου στο 15% και παρά τη γενναία προσαρμογή που έχει γίνει μέχρι σήμερα, αλλά και τον σχεδιασμό των ελληνικών τραπεζών για μονοψήφιο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων έως τις αρχές του 2022, η διαφορά με την Ευρωζώνη είναι συντριπτική, καθώς η πλειονότητα των τραπεζών κινείται σταθερά κάτω από το 5%.

Παρά τη μεγάλη μείωση του δείκτη κόκκινων δανείων, παραμένει σε υψηλά επίπεδα σε σύγκριση με την Ευρωζώνη.

Οι αναστολές

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΒΑ, ο συνολικός δείκτης NPL στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο τέλος του β΄ τριμήνου στο 2,3%, με πτωτική μάλιστα τάση, παρά τα γενικευμένα μορατόρια που εφαρμόστηκαν από όλες τις ευρωπαϊκές τράπεζες προκειμένου να αναχαιτίσουν τις επιπτώσεις της κρίσης που προκάλεσε η πανδημία.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το ύψος των δανείων που παραμένουν σε αναστολή στη χώρα μας περιορίστηκε την ίδια περίοδο στο 1,4 δισ. ευρώ από 22,2 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο του 2020 και οι εκτιμήσεις των ελληνικών τραπεζών περιορίζουν την επίπτωση της κρίσης κάτω από τα  3 δισ. ευρώ.

Η εκτίμηση αυτή σε συνδυασμό με το ικανοποιητικό ύψος προβλέψεων που έχουν «χτίσει»οι ελληνικές τράπεζες (δείκτης κάλυψης 47%, κοντά στον μέσο όρο της Ευρωζώνης) δημιουργεί ασφάλεια για την απορρόφηση των κραδασμών, χωρίς ωστόσο να αφήνει περιθώρια για εφησυχασμό. Ο δείκτης ρυθμίσεων διαμορφώνεται στη χώρα μας στο 13%, με διαφορά από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που βρίσκεται στο 2%, εικόνα που απαιτεί εγρήγορση για την αποφυγή μιας νέας γενιάς κόκκινων δανείων όταν τα μέτρα στήριξης της οικονομίας, όπως η επιδότηση των δόσεων των δανείων μέσα από το πρόγραμμα «Γέφυρα 1 και 2» θα λήξουν.

Το «κλειδί»

Η πλήρης εξυγίανση των ισολογισμών των ελληνικών τραπεζών και η επέκταση σε υγιείς χρηματοδοτήσεις αποτελεί το «κλειδί»για την ανάκτηση της κερδοφορίας τους και την επιστροφή σε θετικό έδαφος του δείκτη απόδοσης κεφαλαίων (ROE), που σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΒΑ ήταν αρνητικός έναντι θετικής επίδοσης που κατέγραψαν οι τράπεζες της Ευρωζώνης.

Η κερδοφορία θα πρέπει να στηριχθεί στη διεύρυνση των πηγών εσόδων, πλην δηλαδή των χρηματοοικονομικών κερδών που σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΒΑ συνεισέφεραν το 16% των εσόδων των ελληνικών τραπεζών, έναντι 8% μέσου όρου στην Ευρωζώνη, αλλά και των εσόδων από τόκους.