ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Κοινά προαπαιτούμενα από ΕΚΤ και Ταμείο Ανάκαμψης

Για την εκταμίευση των πόρων και την παροχή ρευστότητας

koina-proapaitoymena-apo-ekt-kai-tameio-anakampsis-561597601

Ρευστότητα από το Ταμείο Ανάκαμψης και από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα βαδίζουν πιθανότατα σε παράλληλους δρόμους το 2022, καθώς τα «προαπαιτούμενα» για τις εκταμιεύσεις από το πρώτο, τα λεγόμενο ορόσημα, θα χρησιμεύσουν ίσως και ως προϋπόθεση για τη συνέχιση της αγοράς ελληνικών ομολόγων από τη δεύτερη, όταν θα λήξει το πρόγραμμα έκτακτης παροχής ρευστότητας (ΡΕΡΡ).

Η σύνδεση της χορήγησης ρευστότητας από την ΕΚΤ με τα ορόσημα του Ταμείου Ανάκαμψης είναι μία από τις παραμέτρους που εξετάζονται, καθώς πλησιάζει η 16η Δεκεμβρίου, οπότε αναμένεται να συζητηθεί το θέμα στη Φρανκφούρτη. Το ζητούμενο είναι να μη βρεθεί η χώρα σε ελεύθερη πτώση στον γκρεμό, όταν θα λήξει το PEPP και έως ότου κατακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, οπότε θα μπορεί να ενταχθεί στο κανονικό πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Οι αναλυτές θεωρούν ότι η λύση θα βρεθεί. «Πιστεύω ότι η ΕΚΤ θα συνεχίσει να μας παρέχει ρευστότητα και θα βρει μια “γέφυρα” για να το κάνει έως ότου κατακτήσουμε την επενδυτική βαθμίδα», λέει ο επικεφαλής του οικονομικού γραφείου του πρωθυπουργού Αλέξης Πατέλης.

Μια άλλη παράμετρος της λύσης-γέφυρας είναι η παραμονή στο καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, που εξασφαλίζει στενή παρακολούθηση από την Κομισιόν. Αυτή, όμως, δεν μπορεί να συνεχιστεί πέραν του 2022.

Τελευταίες πληροφορίες αναφέρουν ότι εξετάζεται η αξιοποίηση της περιόδου επαναγοράς των τίτλων που λήγουν, με εισαγωγή κάποιων στοιχείων ευελιξίας, ώστε να εξυπηρετούν τις εκδοτικές ανάγκες του ελληνικού Δημοσίου, χρονικά. Δεν είναι βέβαιο, όμως, ότι θα είναι επαρκής για να εξασφαλίσει την απαιτούμενη ροή χρηματοδότησης.

Θα χρησιμεύσουν ίσως και ως προϋπόθεση για τη συνέχιση της αγοράς ελληνικών ομολόγων όταν λήξει το ΡΕΡΡ.

Υπολογίζεται ότι η χώρα έχει ακόμη λαμβάνειν από την ΕΚΤ 8,5 δισ. ευρώ, επιπλέον των 30 δισ. ευρώ με τα οποία έχει ήδη ενισχυθεί η ρευστότητά της. Εκτός αν παραταθεί τελικώς το PEPP πέραν του Μαρτίου, ένα ενδεχόμενο που συζητείται  τελευταίως, μετά την επιδείνωση της πανδημίας και τα lockdowns της Αυστρίας και της Γερμανίας, οπότε η στήριξη θα συνεχιστεί.  

Η λύση-γέφυρα με τη χορήγηση ρευστότητας, βάσει της εκπλήρωσης των προαπαιτούμενων της ενισχυμένης εποπτείας και του Ταμείου Ανάκαμψης, είναι ίσως η πιο επιθυμητή αυτή τη στιγμή από την ελληνική πλευρά, αλλά έχει και αυτή τις δυσκολίες και τις πιθανές παγίδες της.

Συγκεκριμένα, η Ελλάδα έχει δεσμευθεί να επιτύχει 27 ορόσημα έως τα μέσα του 2022 για να εκταμιεύσει τη δεύτερη δόση του Ταμείου Ανάκαμψης, που θα είναι 1,7 δισ. ευρώ (δεν περιλαμβάνει δάνεια, μόνο επιχορηγήσεις). Πρόκειται για ορόσημα που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, από την πρόσληψη προσωπικών βοηθών για ΑμεΑ μέχρι την εγγραφή 10 ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή Δικαστών και από την αποκατάσταση των εδαφών παλαιών λιγνιτωρυχείων μέχρι την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων για τα τουριστικά λιμάνια και τα χιονοδρομικά κέντρα και την πρόσκληση υποβολής προτάσεων για βιομηχανικά πάρκα (βλ. πίνακα). Σίγουρα δεν πρόκειται για «μνημονιακά» προαπαιτούμενα, αλλά είναι απαιτητικά για τη δημόσια διοίκηση.

koina-proapaitoymena-apo-ekt-kai-tameio-anakampsis0

Εν τω μεταξύ, η Κομισιόν δεν έχει ακόμη αποφανθεί για το αν τηρήθηκαν ή όχι τα πρώτα 15 ορόσημα του τέλους Σεπτεμβρίου, που ήταν προαπαιτούμενα για την 1η δόση του δανείου, 3,5 δισ. ευρώ. Οι διαδικασίες αργούν και η απόφαση αναμένεται το πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους. Παρ’ όλα αυτά, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Θεόδωρος Σκυλακάκης δηλώνει αισιόδοξος ότι «σύντομα θα ξεκινήσει το μεγαλύτερο πρόγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης στην Ευρώπη, που είναι το ελληνικό πρόγραμμα των δανείων των 12,7 δισ. ευρώ».

Από την πλευρά της, η αγορά επιδιώκει πάνω απ’ όλα την ταχύτερη δυνατή επιστροφή στην κανονικότητα. Κάτι που μεταφράζεται σε κατάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας. «Πρέπει να τελειώσει πια αυτή η εκκρεμότητα που μας στιγματίζει σε σχέση με την ΕΚΤ και μας αποκλείει από μια σημαντική ομάδα επενδυτών», λέει ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank Φωκίων Καραβίας. Στο πλαίσιο αυτό προτείνει τη συστράτευση τραπεζών και κυβέρνησης, ώστε να μεταφέρουν από κοινού το μήνυμα σε επενδυτές και οίκους αξιολόγησης, με τους οποίους επικοινωνούν, ότι ικανοποιούνται πλέον οι προϋποθέσεις για να αναβαθμίσουν τα ελληνικά ομόλογα: Το δημόσιο χρέος, κατά μεγάλο μέρος του παραμένει στον δημόσιο τομέα, έχει μεγάλη διάρκεια και σταθερό επιτόκιο, ενώ ταυτόχρονα η χώρα διαθέτει σημαντικό απόθεμα ρευστότητας, 40 δισ. ευρώ, προβλέπεται να επιτύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης την επόμενη 5ετία, χάρη και στο Ταμείο Ανάκαμψης, και υπάρχει πολιτική βούληση να τεθούν υπό έλεγχο τα δίδυμα ελλείμματα που ξέφυγαν λόγω πανδημίας. Σε ό,τι αφορά, εξάλλου, το άλλο μεγάλο πρόβλημα των κόκκινων δανείων, το μήνυμα προς τους οίκους  είναι ότι το ποσοστό θα γίνει μονοψήφιο για όλες τις τράπεζες το 2022.