ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Στα δίχτυα της γραφειοκρατίας η ανάπτυξη των ιχθυοκαλλιεργειών

sta-dichtya-tis-grafeiokratias-i-anaptyxi-ton-ichthyokalliergeion-2318040

Το 2011 θεσπίστηκε το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Υδατοκαλλιέργειες (ΕΧΠ-Υ), χωρίς, μάλιστα να συναντήσει αντιδράσεις και να υπάρξουν εμπλοκές στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Την ίδια χρονιά, στο πλαίσιο της περίφημης έρευνας της McKinsey για το νέο μοντέλο ανάπτυξης της Ελλάδας, ο κλάδος των ιχθυοκαλλιεργειών προσδιορίστηκε ως ένας από τους «αναδυόμενους αστέρες» της ελληνικής οικονομίας.

Οκτώ χρόνια μετά και αφού ο κλάδος έχει περάσει από… σαράντα κύματα, λόγω του υπερδανεισμού, της πτώσης των τιμών και τις αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των μεγαλύτερων εταιρειών, παρουσιάζει και μία σταθερά, κακώς εν προκειμένω: το ΕΧΠ – Υ στην ουσία δεν εφαρμόζεται, καθώς έχει εκδοθεί Προεδρικό Διάταγμα για τη θεσμοθέτηση μόνο μιας από τις 23 προβλεπόμενες Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (ΠΟΑΥ) και ενώ η καταληκτική προθεσμία για τη χωροθέτηση αυτών είναι η 4η Νοεμβρίου 2019. Η υποστελέχωση της δημόσιας διοίκησης, η ύπαρξη άλλων προτεραιοτήτων έναντι του κλάδου των υδατοκαλλιεργειών, η ευθυνοφοβία συχνά των υπηρεσιακών παραγόντων, αλλά και τα παράδοξα της νομοθεσίας βρίσκονται πίσω από αυτή τη δραματική καθυστέρηση.

Οι ΠΟΑΥ, που θα μπορούσε να τις παραλληλίσει κάποιος με τις Βιομηχανικές Περιοχές (ΒΙΠΕ) στη στεριά, τους οργανωμένους δηλαδή υποδοχείς μεταποιητικών δραστηριοτήτων, αποτελούν το βασικό εργαλείο όχι μόνο για την εφαρμογή του ΕΧΠ-Υ, αλλά ουσιαστικά για την ανάπτυξη του κλάδου. Τι σημαίνει ειδικότερα το παραπάνω; Κατ’ αρχάς, όσο εκκρεμεί η χωροθέτηση των ΠΟΑΥ, δεν μπορεί να εκδοθεί καμία καινούργια άδεια για νέα μονάδα υδατοκαλλιέργειας. Δεύτερον, η Ελλάδα απειλείται με την επιστροφή χρημάτων στα κοινοτικά ταμεία, που έχουν δοθεί από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Αλιείας για τη χρηματοδότηση των μελετών για τη χωροθέτηση των ΠΟΑΥ καθώς και σε εταιρείες ιχθυοκαλλιέργειας για επενδυτικά σχέδια που, όμως, δεν μπορούν να τα αναπτύξουν ακριβώς λόγω της απουσίας των οργανωμένων αυτών περιοχών.

Πριν από λίγες εβδομάδες, στις 9 Μαΐου, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το Προεδρικό Διάταγμα για τη χωροθέτηση της ΠΟΑΥ στην Πιερία, η οποία σημειωτέον αφορά καλλιέργεια μυδιών και όχι ιχθυοκαλλιέργειες που αποτελούν το σημαντικότερο κομμάτι των ελληνικών υδατοκαλλιεργειών. Μάλιστα, όλες οι λοιπές ΠΟΑΥ που δεν έχουν χωροθετηθεί αφορούν ιχθυοκαλλιέργειες. Η εξέλιξη θετική μεν, αλλά δεν προκαλεί καμία αισιοδοξία. Ο λόγος; Το εν λόγω Π.Δ. εκδόθηκε τελικά αφού είχε πάει και είχε επιστραφεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας δύο φορές, ήταν δηλαδή πλέον κάτι παραπάνω από ώριμο, «ταλαιπωρημένο» θα έλεγε κάποιος. Με δεδομένο ότι χρειάστηκαν οκτώ χρόνια για να χωροθετηθεί μία ΠΟΑΥ, θεωρείται τουλάχιστον απίθανο να χωροθετηθούν μέσα στους επόμενους πέντε μήνες άλλες 22.

«Δεν αποδεχόμαστε καμία παράταση», δηλώνει στην «Καθημερινή» ο κ. Απόστολος Τουραλιάς, πρόεδρος της Ελληνικής Οργάνωσης Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (ΕΛΟΠΥ), η οποία ετοιμάζεται την επόμενη εβδομάδα να καταθέσει στα συναρμόδια υπουργεία –Περιβάλλοντος και Αγροτικής Ανάπτυξης– νομικό υπόμνημα. Ο ίδιος, μάλιστα, παραδέχεται ότι αναλογεί μερίδιο ευθύνης και στον κλάδο, τα πρώτα όμως χρόνια, καθώς σε κάποιες περιπτώσεις καθυστέρησαν να υποβάλουν κάποιες από τις μελέτες. Επισημαίνει, δε, ότι επανειλημμένως πρότειναν στα αρμόδια υπουργεία να προσλάβουν οι εταιρείες του κλάδου εξωτερικό τεχνικό σύμβουλο για να συνδράμει τις αρμόδιες υπηρεσίες, πρόταση, όμως που δεν έγινε δεκτή.

Η διαδικασία για τη χωροθέτηση των ΠΟΑΥ είναι η ακόλουθη: οι φορείς διαχείρισης των ΠΟΑΥ που αποτελούνται από εταιρείες και στις οποίες μπορούν να συμμετέχουν επιμελητήρια, η Τοπική Αυτοδιοίκηση κ.ά. καταθέτουν τις μελέτες για τη χωροθέτηση στα υπουργεία Περιβάλλοντος και Αγροτικής Ανάπτυξης, με επισπεύδον υπουργείο το πρώτο. Μετά την πρώτη αξιολόγησή τους, οι μελέτες τίθενται σε διαβούλευση, ακολουθεί η έγκρισή τους από το Κεντρικό Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕΣΥΠΟΘΑ), η τελική επεξεργασία τους από το νομικό τμήμα του υπουργείου Περιβάλλοντος και η αποστολή στο ΣτΕ, προκειμένου να εκδοθούν τα αντίστοιχα Π.Δ.

Αυτή τη στιγμή, σύμφωνα με την ΕΛΟΠΥ,  μόνο τρεις μελέτες έχουν εγκριθεί από το ΚΕΣΥΠΟΘΑ και βρίσκονται ένα βήμα πριν από το ΣτΕ. Βεβαίως, στο στάδιο αυτό μπορεί να παραμείνουν για πολύ καιρό, καθώς το αρμόδιο νομικό τμήμα του υπουργείου Περιβάλλοντος είναι υποστελεχωμένο, με μόλις έναν υπάλληλο.

Προς έγκριση στο ΚΕΣΥΠΟΘΑ βρίσκεται μία μελέτη, για δύο μελέτες είναι σε εξέλιξη η διαβούλευση, ενώ μία είναι προς διαβούλευση. Μοιάζει με ανέκδοτο, αλλά δυστυχώς δεν είναι: σε μία περίπτωση καθυστέρησε η έναρξη της διαδικασίας διαβούλευσης, διότι επί 3-4 μήνες δεν ήταν δυνατό να εγκριθεί το κονδύλι για την καταχώριση της σχετικής ενημέρωσης σε δύο εφημερίδες, όπως απαιτείται από τη σχετική νομοθεσία. Τρεις μελέτες έχουν διαβιβαστεί στη Διεύθυνση Μητροπολιτικού Σχεδιασμού, καθώς αφορούν ΠΟΑΥ στην Περιφέρεια Αττικής, οχτώ βρίσκονται στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης για επεξεργασία και αξιολόγηση, ενώ άλλες τέσσερις βρίσκονται επίσης στο στάδιο της επεξεργασίας και αξιολόγησης, αλλά από το υπουργείο Περιβάλλοντος.

Στον πυθμένα οι τιμές 

Ο κλάδος των ελληνικών ιχθυοκαλλιεργειών έχει ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει τον έντονο ανταγωνισμό που δέχεται από Τουρκία, ενώ πλέον πιέσεις στα λεγόμενα μεσογειακά είδη –τσιπούρα και λαβράκι– ασκεί και η Ισπανία. Το λαβράκι (400-600 γραμμάρια που αποτελεί το κύριο μέγεθος) πωλείται αυτή τη στιγμή προς 3,70 ευρώ/κιλό (τιμή fob), τιμή που χαρακτηρίζεται κάτω του κόστους. Αιτία θεωρείται η αυξημένη παραγωγή από την Τουρκία και την Ελλάδα, ενώ πλέον έχει αυξήσει σημαντικά την παραγωγή της και η Ισπανία. Σημειώνεται ότι την αντίστοιχη περυσινή περίοδο η τιμή ήταν στα επίπεδα των 4,90 ευρώ/κιλό. Καλύτερη είναι η εικόνα στην αγορά της τσιπούρας με την τιμή να βρίσκεται τώρα στα 4,30-4,50 ευρώ/κιλό, καθώς είναι χαμηλή η διαθεσιμότητα σε προϊόν.  Το 2018 οι τιμές του λαβρακίου υποχώρησαν κατά 9,95% και της τσιπούρας κατά 2,46% συγκριτικά με το 2017, ενώ το 2017 οι τιμές είχαν μειωθεί κατά 9,09% στην τσιπούρα και κατά 5,24% στο λαβράκι.