ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Αυξημένο κατά 264 εκατ. ευρώ το clawback του 2019

gkat_25_1807_page_1_image_0002

Αυξημένες κατά περίπου 264 εκατ. ευρώ υπολογίζονται για φέτος οι υποχρεωτικές επιστροφές που θα κληθούν να πληρώσουν στο κράτος οι φαρμακευτικές εταιρείες μέσω του clawback. Σύμφωνα με τελευταίες εκτιμήσεις του ΣΦΕΕ, το σύνολο των επιστροφών (clawback) για φέτος, αναμένεται να ανέλθει στο 1,31 δισ. ευρώ έναντι 1,04 δισ. ευρώ πέρυσι, παρουσιάζοντας αύξηση της τάξεως του 25% ήτοι 264 εκατ ευρώ. Η αύξηση αυτή προκαλεί «πονοκέφαλο» στις εγχώριες αλλά και στις διεθνείς εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας, διότι κάθε χρόνο καλούνται να επιστρέψουν στο Δημόσιο υψηλότερα ποσά σε σχέση με τη χρονιά που προηγήθηκε.

Το clawback συνιστά μνημονιακό μέτρο το οποίο επιβλήθηκε το 2012 με στόχο τη συγκράτηση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι κάθε φορά που παρουσιάζεται υπέρβαση του ορίου του προϋπολογισμού της φαρμακευτικής δαπάνης (νοσοκομειακής και εξωνοσοκομειακής-δαπάνη ΕΟΠΥΥ), αυτή μετακυλίεται στις φαρμακευτικές εταιρείες με τη μορφή του clawback. Eνδεικτικά, το όριο του προϋπολογισμού του ΕΟΠΥΥ που αφορά τα φάρμακα των ασφαλισμένων του (εξωνοσοκομειακή δαπάνη) έχει μειωθεί κατά τουλάχιστον 62% τη δεκαετία 2009-2019, ενώ η υπέρβαση του προϋπολογισμού αναμένεται φέτος να φθάσει στα 746,2 εκατ ευρώ έναντι 572 εκατ. πέρυσι και 79 εκατ. ευρώ το 2012. Το πρώτο πεντάμηνο φέτος, το clawback ανήλθε στα 310,9 εκατ. ευρώ έναντι 239,6 εκατ. ευρώ πέρυσι.

Στελέχη της αγοράς, επικαλούμενα και τις προχθεσινές δηλώσεις του επικεφαλής της Κομισιόν για την Ελλάδα, Ντέκλαν Κοστέλο στο συνέδριο του Economist, αναφέρουν στην «Κ»  ότι πολλά από τα μέτρα, όπως ο έλεγχος της συνταγογράφησης ή η εφαρμογή των θεραπευτικών πρωτοκόλλων καθυστερούν να εφαρμοστούν αποτελεσματικά. Επιπλέον, τονίζουν ότι η υπέρβαση που καταγράφει η φαρμακευτική δαπάνη τα τελευταία χρόνια, συνιστά ένδειξη ότι αυτή δεν επαρκεί και το ύψος της θα πρέπει να αναθεωρηθεί προκειμένου να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού.

Aλλα στελέχη της αγοράς εκτιμούν ότι ακόμη και εάν υπάρξει πλήρης εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, θα πρέπει να εξεταστεί το κόστος των καινούργιων θεραπειών. Ειδικότερα, αναφέρουν ότι πλέον παρατηρείται μία μετάβαση από τη χημική στη βιολογική εποχή του φαρμάκου, πράγμα που σημαίνει ότι το μέλλον της αγοράς στρέφεται προς τα εκεί, με αποτέλεσμα όλες οι εταιρείες να επενδύουν στην ανάπτυξη τέτοιων θεραπειών. Ωστόσο, το κόστος τους ασκεί πιέσεις ακόμη και στα συστήματα υγείας πλούσιων χωρών, εφόσον αυτά θα κληθούν να αποζημιώσουν φάρμακα αρκετά υψηλού κόστους προς όφελος των ασθενών. Στην εξίσωση αυτή –προσθέτουν–, θα πρέπει να συνυπολογιστεί τόσο η τάση των ασθενών να στρέφονται προς τις ακριβές θεραπείες όσο και η τακτική συνταγογράφηση φαρμάκων που επιβαρύνουν το δημόσιο σύστημα υγείας έναντι οικονομικότερων με το ίδιο θεραπευτικό όφελος. Oλα αυτά αποτελούν –κατά τους ίδιους– προκλήσεις για την νέα ηγεσία του υπουργείου Υγείας αλλά και γενικότερα για το εγχώριο σύστημα υγείας.