ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Δεν φθάνουν στο ράφι εκπτώσεις προμηθευτών

den-fthanoyn-sto-rafi-ekptoseis-promitheyton-2372549

Σε ολοένα και μεγαλύτερη αύξηση της διαπραγματευτικής ισχύος των αλυσίδων σούπερ μάρκετ έναντι των προμηθευτών έχουν οδηγήσει οι μεγάλες εξαγορές που έγιναν στον κλάδο τα τελευταία χρόνια. Αν και ο βαθμός συγκέντρωσης των λιανεμπόρων δεν είναι ακόμη στα επίπεδα άλλων χωρών της Ευρώπης, ήδη είναι ικανός να καθιστά τους προμηθευτές «ομήρους» κατά κάποιον τρόπο, μέσω της καθυστέρησης αποπληρωμής των τελευταίων και μέσω του κόστους εισόδου στο ράφι, ενώ την ίδια ώρα τίθεται εν αμφιβόλω κατά πόσον οι λεγόμενες παροχές μετακυλίονται στην τιμή καταναλωτή. Αυτά είναι μερικά από τα βασικά συμπεράσματα της κλαδικής μελέτης που πραγματοποίησε η Επιτροπή Ανταγωνισμού (Ε.Α.) και περιλαμβάνονται στην ενδιάμεση έκθεση που δημοσιοποίησε χθες.

Η τελική έκθεση θα επικαιροποιηθεί με στοιχεία που θα συλλεχθούν κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης, η οποία θα λάβει χώρα από 13 Απριλίου έως 10 Μαΐου 2020. Σημειώνεται ότι για τις ανάγκες της έρευνας, αυτή επικεντρώθηκε στην καταγραφή των πρακτικών και των συμπεριφορών προμηθευτών και λιανεμπόρων σε έντεκα κατηγορίες προϊόντων: αλλαντικά, αναψυκτικά – έτοιμο τσάι – ενεργειακά ποτά – σόδες, απορρυπαντικά ρούχων σε σκόνη, γιαούρτι και επιδόρπια γιαουρτιού, δημητριακά για πρωινό, ζυμαρικά, καφές, όσπρια, τυρί φέτα, χαρτί υγείας και συσκευασμένο ψωμί για τοστ.

Για να αντιληφθεί κάποιος τη συγκέντρωση που έχει επέλθει στον κλάδο αρκεί να δει τα στοιχεία που αναφέρονται στην έκθεση της Ε.Α.: Οι πωλήσεις των 10 μεγαλύτερων επιχειρήσεων και ομίλων αντιπροσωπεύουν το 74% των συνολικών πωλήσεων της αγοράς, ενώ το 2014 το αντίστοιχο ποσοστό εκτιμάται ότι ήταν 65%.

Τα βασικά προβλήματα που καταγράφονται από την πλευρά των προμηθευτών είναι τα ακόλουθα: αύξηση του χρόνου αποπληρωμής, απόρροια της οικονομικής κρίσης, δυσκολία καθιέρωσης δικτύου διανομής σε πανελλαδικό επίπεδο λόγω της έλλειψης οικονομικά φερέγγυων και εμπορικά βιώσιμων συνεργατών, της ύπαρξης αποκλειστικών αντιπροσώπων σε ορισμένες περιπτώσεις αλλά και λόγω της γεωγραφικής ιδιαιτερότητας της χώρας (π.χ. μεγάλος αριθμός νησιών), υψηλό κόστος εισόδου στα ράφια των σούπερ μάρκετ, περιορισμένος χώρος στα ράφια λόγω προϊόντων που πρέπει οπωσδήποτε να έχουν αλλά και λόγω των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας. Τα τελευταία, μάλιστα, λόγω της μεγάλης στροφής καταναλωτών σε αυτά στα χρόνια της κρίσης, θεωρείται ότι αύξησαν περαιτέρω τη διαπραγματευτική ισχύ των λιανεμπόρων έναντι των προμηθευτών.

Από την άλλη, στην έκθεση της Ε.Α. διαπιστώνεται ότι οι προμηθευτές από την πλευρά τους παρέχουν συμβουλές προς τους λιανεμπόρους για το πού θα τοποθετήσουν οι τελευταίοι τα προϊόντα τους καθώς και τα προϊόντα των ανταγωνιστών. Σύμφωνα δε με την Ε.Α., ακόμη και αν αυτή η συμβουλευτική δραστηριότητα δεν προϋποθέτει δέσμευση των σούπερ μάρκετ, οι προτάσεις αυτές μπορεί τελικά να εκληφθούν ως δεσμευτικές, ειδικά στην περίπτωση που ο προμηθευτής έχει δεσπόζουσα θέση.

Ιδιαίτερη σημασία για το επίπεδο των λιανικών τιμών έχουν δύο επισημάνσεις της Ε.Α.: Πρώτον, η ανεξάρτητη αρχή διατυπώνει αμφιβολίες κατά πόσον οι διάφορες παροχές – εκπτώσεις των προμηθευτών προς τους λιανεμπόρους μετακυλίονται στην τιμή καταναλωτή, ιδίως εάν συνυπολογιστεί ότι αυτές είναι κατά κανόνα μη συστηματικές και ετεροχρονισμένες. Δεύτερον, η Ε.Α. διαπιστώνει ότι ο δείκτης επιπέδου τιμών στα τρόφιμα και στα μη αλκοολούχα ποτά στην Ελλάδα το 2018 ήταν ο υψηλότερος σε σχέση με τα άλλα κράτη-μέλη με αντίστοιχο δείκτη όγκου κατά κεφαλήν ΑΕΠ και διαμορφώθηκε σε επίπεδο κατά 5,9% υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.