ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

«H Ελλάδα έχει σπουδαία ταλέντα και λογικό μισθολογικό κόστος»

lap

«Η Αθήνα φαντάζει μία από τις τελευταίες ιδανικές περιοχές στην Ευρώπη για να δημιουργήσει κανείς μία ομάδα μηχανικών – σπουδαία ταλέντα, με λογικό κόστος και δυτικό τρόπο σκέψης». Με αυτά τα λόγια ο επικεφαλής τεχνολογικών υπηρεσιών (CTO) της Capture One, Xανς Σκόβγκαρντ, ανακοινώνει στην «Κ» την είσοδο της εταιρείας στη χώρα μας, μέσα από τη δημιουργία ενός νέου κέντρου Ερευνας και Ανάπτυξης στην πρωτεύουσα, το οποίο στοχεύει να προσελκύσει νέους προγραμματιστές.
Η αντίστροφη μέτρηση έχει ήδη ξεκινήσει με την εταιρεία να δρομολογεί τη δημιουργία 60 θέσεων εργασίας σε ορίζοντα διετίας (2022), με στόχο την αναβάθμιση των προϊόντων που παρέχει η Capture One στους πελάτες της, δηλαδή σε φωτογράφους και σε εταιρείες που απευθύνονται σε καταναλωτές (retailers, eshops, κ.λπ.).

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η Capture One συστήθηκε στην αγορά προς τα τέλη του 2019, όταν αποσχίστηκε από τη δανική Phase One (spinoff), που κατασκευάζει φωτογραφικές μηχανές υψηλής ποιότητας. Η Phase One, όπως και αρκετοί άλλοι παίκτες της αγοράς, το έπραξε αυτό όταν αντιλήφθηκε ότι ψηφιακές πλατφόρμες μπορούν εύκολα και πολύ αποτελεσματικά να αναβαθμίσουν έτι περαιτέρω την εικόνα που «παράγει» μία ψηφιακή ή και παραδοσιακή μηχανή. Κάπως έτσι προέκυψε και η πλατφόρμα Capture One, η οποία ειδικεύεται στην επεξεργασία φωτογραφιών (image editing) αναβαθμίζοντας ψηφιακά τις φωτογραφίες σημαντικών παραγόντων της αγοράς όπως της Canon, Nikon, Sony, Fujifilm αλλά και της Phase One, της οποίας μάλιστα οι μηχανές απευθύνονται σε επαγγελματίες και ερασιτέχνες φωτογράφους με την τιμή τους να κυμαίνεται μεταξύ 47.000 (100 MP) και 55.000 δολαρίων (150 MP).

Στη δε Phase One εισήλθε ως στρατηγικός επενδυτής ακριβώς πριν από ένα χρόνο το σκανδιναβικό επενδυτικό κεφάλαιο Axcel, το οποίο συνολικά διαχειρίζεται κεφάλαια άνω των 2 δισ. ευρώ. Με τζίρο κοντά στα 63 εκατ. ευρώ, ένας σημαντικό μέρος των πωλήσεών της προήλθε από την πλατφόρμα Capture One, η οποία από το 2020 είναι αυτόνομη εταιρεία μετρώντας πάνω από 200 εργαζομένους στη Δανία, που είναι και η έδρα της.
«Η εταιρεία συνεργάζεται με ισχυρούς παίκτες του λιανεμπορίου αλλά και με eshops, καθώς μέσω της πλατφόρμας οι πελάτες μας μπορούν να αποδώσουν με ακρίβεια τα χρώματα και τα χαρακτηριστικά των προϊόντων τους. Ετσι, γλιτώνουν και από τις επιστροφές αλλά και από περιττά έξοδα», αναφέρει ο επικεφαλής ανάπτυξης της εταιρείας (director of engineering) και υπεύθυνος για το άνοιγμα του νέου κέντρου Ε&Α στην Αθήνα, Κώστας Καστρινογιάννης.

Προσλήψεις

Ο κ. Καστρινογιάννης είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο χωρών αναλαμβάνοντας όλες τις διαδικασίες για την υλοποίηση του εν λόγω εγχειρήματος. «Στόχος μας είναι να ξεκινήσουμε με 37 άτομα έως το 2021 και να φτάσουμε τα 60 το 2022. Ωστόσο δεν αποκλείεται να προσλάβουμε ακόμη περισσότερους, δεδομένου ότι πρόκειται για μία επένδυση που έχει διάρκεια. Ηδη κοιτάζουμε κτίρια από το Μαρούσι μέχρι και την Κηφισιά και υπολογίζουμε να εγκαινιάσουμε τα νέα μας γραφεία τον Δεκέμβριο».

Ο ίδιος εκτιμά ότι η έλευση της Capture One, μιας εταιρείας υψηλής τεχνολογίας, στην Ελλάδα λειτουργεί ως κάλεσμα για την επιστροφή ταλαντούχων επιστημόνων από το εξωτερικό. «Οι Ελληνες μηχανικοί είναι εξαιρετικοί στην επίλυση προβλημάτων. Επίσης, μαθαίνουν καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας τους σαν να ήταν στο πρώτο έτος της σχολής. Αυτά τα χαρακτηριστικά τούς καθιστούν ιδιαίτερα ελκυστικούς σε εταιρείες καινοτομίας, οι οποίες κάθε μέρα ανακαλύπτουν καινούργια εργαλεία και τεχνικές για να αναπτύξουν τα προϊόντα τους», προσθέτει.

Συνεργασία

Τον κομβικό αυτό ρόλο δεν τον ανέλαβε ο κ. Καστρινογιάννης τυχαία, αφού προηγουμένως είχε συνεργαστεί με τον κ. Σκόβγκαρντ στη Microsoft της Δανίας. Εκεί ξεκίνησε την καριέρα του, λίγο δηλαδή μετά την αποφοίτησή του από το τμήμα ηλεκτρολόγων μηχανικών του ΕΜΠ, διαγράφοντας τελικά στην εταιρεία μία πορεία 12 ετών.

«Ενώ ο Χανς διηύθυνε το τμήμα R&D της Capture One, προς τα τέλη του 2019, αναζητούσε ευκαιρίες για τη δημιουργία δεύτερου κέντρου Ε&Α σχετικά κοντά στην έδρα της στην Κοπεγχάγη. Από την άλλη, εγώ, μετά την εργασία μου στη Microsoft, προσπαθούσα να βρω ευκαιρίες για να δημιουργήσω κάτι καινούργιο στην Ελλάδα. Να στηθεί μία εξαιρετική ομάδα που να διαμορφώνει κατάλληλες εργασιακές συνθήκες για το εγχώριο δυναμικό αλλά και για ταλαντούχους Ελληνες  που επιθυμούν να γυρίσουν από το εξωτερικό», προσθέτει και καταλήγει «γι’ αυτό πιστεύω πως η ανάπτυξη ενός τέτοιου κέντρου στην Αθήνα αποδεικνύεται ωφέλιμη για όλους».