ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Α λα γαλλικά η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας

a-la-gallika-i-apeleytherosi-tis-agoras-ilektrikis-energeias-2082236

Απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με βάση το γαλλικό μοντέλο εξετάζει η κυβέρνηση, σύμφωνα με τα όσα ανακοίνωσε προχθές στο συνέδριο European Business Summit ο υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης. «Η κυβέρνηση θα εξετάσει το μοντέλο των γαλλικών διμερών συμβολαίων στη ρύθμιση του κλάδου παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς, ωστόσο, να ιδιωτικοποιεί την υπάρχουσα εταιρεία παραγωγής ηλεκτρισμού», είπε ο κ. Βαρουφάκης.

Αυτό σημαίνει οριστική εγκατάλειψη του σχεδίου «Μικρή ΔΕΗ» που προέβλεπε το Μνημόνιο, αλλά και της ιδιωτικοποίησης του ΑΔΜΗΕ, και αυτόματη επαναφορά των απαιτήσεων που διατύπωσε η Ε.Ε. το 2008 με απόφασή της, για υποχρεωτική πρόσβαση τρίτων στους λιγνίτες ως καύσιμο για ηλεκτροπαραγωγή. Το σχέδιο της Μικρής ΔΕΗ είχε λάβει υπόψη του τη συμμόρφωση της χώρας με την απόφαση της Κομισιόν και είχε γίνει αποδεκτό από τους εταίρους, υπό την προϋπόθεση ότι το μεταβατικό διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση αυτού του σχεδίου, η ΔΕΗ θα έπρεπε να διαθέτει σε τρίτους μέρος της λιγνιτικής και υδροηλεκτρικής παραγωγής της μέσω δημοπρασιών κατά τα πρότυπα του γαλλικού μοντέλου ΝΟΜΕ. Το σχέδιο αυτό θα επανεξετάσει η κυβέρνηση, όπως προκύπτει από τις δηλώσεις του κ. Βαρουφάκη, με τη διαφορά ότι δεν θα έχει μεταβατικό χαρακτήρα, αλλά θα αποτελέσει την ελληνική πρόταση για την πλήρη απελευθέρωση της αγοράς, κατά τα πρότυπα σπασίματος του μονοπωλίου της EDF στη γαλλική αγορά, που έδωσε διέξοδο στην πρόσβαση τρίτων και κυρίως της βιομηχανίας στη φθηνή πυρηνική ενέργεια. Κομβικό σημείο στην εφαρμογή του σχεδίου ΝΟΜΕ στην Ελλάδα αποτελεί, όπως φάνηκε και από την προσπάθεια εφαρμογής του από την προηγούμενη κυβέρνηση, η τιμή εκκίνησης των δημοπρασιών, αλλά και η άμεση δυνατότητα πρόσβασης σε αυτές της ενεργοβόρου βιομηχανίας. Μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει γνωστό εάν οι δημοπρασίες θα περιλαμβάνουν μόνο λιγνιτική ισχύ και υδροηλεκτρική, όπως προέβλεπε το προηγούμενο σχέδιο.

Ενα δεύτερο ζήτημα που θα απασχολήσει την κυβέρνηση είναι το ποσοστό τής προ διάθεση λιγνιτικής παραγωγής σε τρίτους, δεδομένου ότι η συμμετοχή του λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή βαίνει συνεχώς μειούμενη. Το κύριο όμως θέμα, που αποτέλεσε σημείο τριβής και στις προηγούμενες διαβουλεύσεις, είναι η τιμή εκκίνησης της δημοπρατούμενης ισχύος, η οποία συναρτάται άμεσα με το κόστος λιγνιτικής ενέργειας της ΔΕΗ. Ο προσδιορισμός αυτού του κόστους έχει διχάσει ΔΕΗ και βιομηχανία, με τις δύο πλευρές να πραγματοποιούν ανεξάρτητες μελέτες με στόχο να βρεθεί μια κοινή βάση συζήτησης. Η τιμή εκκίνησης θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι χαμηλότερη από την τιμή που διαμορφώνεται καθημερινά στη χονδρεμπορική αγορά (Οριακή Τιμή Συστήματος), υποστηρίζει η βιομηχανία, ενώ η ΔΕΗ από την πλευρά της υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να διαθέσει ενέργεια σε τιμή κάτω του κόστους.

Οι ανεξάρτητοι παραγωγοί ενέργειας προσδοκούν μέσω των δημοπρασιών σε ένα «καλάθι» καυσίμων ανταγωνιστικό της ΔΕΗ έναντι του υφιστάμενου που στηρίζεται στο ακριβό φυσικό αέριο, που θα τους επιτρέψει να διευρύνουν το πελατολόγιό τους και στον τομέα της εμπορίας, προσφέροντας ανταγωνιστικά τιμολόγια. Πάντως, το κατά πόσον μέσα από το νέο σχέδιο απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρισμού θα προκύψει όφελος για την πραγματική οικονομία μένει να αποσαφηνισθεί. Γεγονός είναι ότι το μοντέλο των δημοπρασιών δεν δημιουργεί κίνητρο βελτίωσης της αποδοτικότητας των μονάδων που παράγουν σε υψηλό κόστος την ενέργεια που καταναλώνεται στη χώρα. Διασφαλίζει απλώς πρόσβαση σε τρίτους σε ισχύ που θα εξακολουθεί να παράγεται με υψηλό κόστος, έναντι ενός πραγματικού ανταγωνισμού στην παραγωγή που θα βελτίωνε την οικονομικότητα του ηλεκτρικού συστήματος της χώρας.