ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Μικρή βελτίωση της ανταγωνιστικότητας στον τουρισμό

mikri-veltiosi-tis-antagonistikotitas-ston-toyrismo-2184162

Επτά θέσεις ανέβηκε η Ελλάδα στον Δείκτη Ανταγωνιστικότητας Τουρισμού για το 2017 που καταρτίζει το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF), στοιχείο που επιβεβαιώνει με τη σειρά του ότι υπάρχει τουλάχιστον ένας κλάδος της εθνικής οικονομίας που βελτιώνει συνεχώς τις επιδόσεις του. Η Ελλάδα κατατάσσεται φέτος στην 24η θέση μεταξύ 136 χωρών συγκεντρώνοντας βαθμολογία 4,51 σε μια κλίμακα από το 1 έως το 7, όπου το 7 είναι η βέλτιστη επίδοση. Βρίσκεται ωστόσο σε χαμηλότερη θέση από τρεις ανταγωνιστικές ευρωπαϊκές αγορές (Ισπανία, Ιταλία και Πορτογαλία), αλλά σε υψηλότερη από την Κύπρο και την Τουρκία. Στην έκθεση, πάντως, αν και οι χαμηλές χρεώσεις για τους ξένους τουρίστες θεωρούνται ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της χώρας, η οποία κατατάσσεται στην 22η θέση ως προς το κριτήριο αυτό, επισημαίνεται η αρνητική επίδρασή τους στα έσοδα.

Η ανέλιξη της Ελλάδας στην 24η θέση (σ.σ.: πέρυσι ήταν στην 31η θέση μεταξύ 141 χωρών και επομένως έχει γίνει η σχετική διόρθωση) χαρακτηρίζεται εντυπωσιακή στην έκθεση του WEF, που δημοσιοποιήθηκε χθες. Οι συγγραφείς της έκθεσης αποδίδουν αυτή τη θεαματική βελτίωση στις «εξαιρετικές προσπάθειες της Ελλάδας να αξιοποιήσει τους φυσικούς της πόρους, στη μείωση των τιμών σε ό,τι αφορά τη διαμονή των ξένων τουριστών, καθώς και στη μείωση των χρεώσεων στα αεροδρόμια». Στα μειονεκτήματα, από την άλλη, περιλαμβάνονται –για πολλοστή φορά– τα ελάχιστα κίνητρα για την υλοποίηση ξένων άμεσων επενδύσεων, αλλά και ο χαμηλός βαθμός τεχνολογικής ετοιμότητας των τουριστικών επιχειρήσεων.

Ειδικότερα, όσον αφορά το επιχειρηματικό περιβάλλον πρόκειται για τον τομέα όπου η Ελλάδα έχει τη χειρότερη επίδοση, καθώς κατατάσσεται στην 103η θέση. Μάλιστα στην κατηγορία αυτή εξετάζονται επιμέρους στοιχεία όπου οι επιδόσεις της χώρας είναι ακόμη χειρότερες, όπως τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις (134η θέση) και το νομικό πλαίσιο για τη διευθέτηση διαφορών (128η θέση). Παρά την ταχεία διείσδυση των νέων τεχνολογιών, ο βαθμός τεχνολογικής ετοιμότητας των τουριστικών επιχειρήσεων είναι συγκριτικά χαμηλός. Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 51η θέση, με τα σοβαρότερα προβλήματα να εντοπίζονται στην επικοινωνία μεταξύ των επιχειρήσεων (στην 98η θέση). Με άλλα λόγια είναι λίγες οι ηλεκτρονικές συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων του κλάδου, αλλά και οι συναλλαγές των επιχειρήσεων με τους καταναλωτές (στην 82η θέση).

Σε ό,τι αφορά τις επίγειες υποδομές και τα λιμάνια η Ελλάδα κατατάσσεται στην 48η θέση, κάτι όμως που επιδέχεται βελτίωσης δεδομένης της ολοκλήρωσης των αυτοκινητοδρόμων, αλλά και μερικών παρεμβάσεων στα λιμάνια της χώρας. Περαιτέρω βελτίωση αναμένεται τα επόμενα χρόνια και στον τομέα των υποδομών σε αεροπορικές μεταφορές (σήμερα στην 26η θέση), καθώς προβλέπονται σημαντικές επενδύσεις στα περιφερειακά αεροδρόμια.

Στα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα του ελληνικού τουρισμού περιλαμβάνεται το σχετικά υψηλό επίπεδο δημόσιας υγείας και υγιεινής (11η θέση). Μπορεί να υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις πλέον στο εθνικό σύστημα υγείας, όμως υπάρχει πρόσβαση σε υψηλού επιπέδου ιδιωτικές υπηρεσίες. Επίσης, η πρόσβαση σε πόσιμο νερό είναι εύκολη για το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού, ενώ γενικώς είναι περιορισμένος ο κίνδυνος εκδήλωσης επιδημιών. Επιπλέον, αυτή καθαυτή η υψηλή ποιότητα των παρεχόμενων τουριστικών υπηρεσιών με συνέπεια η Ελλάδα να κατατάσσεται ως προς το σχετικό κριτήριο στην 18η θέση. Η υψηλή ιεράρχηση του τουρισμού από δημόσιο και ιδιωτικό τομέα κατατάσσει την Ελλάδα στη 15η θέση ως προς αυτό το κριτήριο.

Η Ελλάδα, τέλος, θεωρείται μια χώρα που δεν έχει κλειστά σύνορα για επισκέπτες και εμπορεύματα και κατατάσσεται στην 32η θέση ως προς αυτό το κριτήριο, ενώ γενικά θεωρείται ασφαλής χώρα (στην 53η θέση).