ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ταμείο Ανάκαμψης: Το μετέωρο βήμα προς τη δημοσιονομική ένωση

tameio-anakampsis-to-meteoro-vima-pros-ti-dimosionomiki-enosi0

Μπροστά στις ζοφερές προβλέψεις για επιστροφή της Ευρωζώνης στην ύφεση εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων για την ανάσχεση του δεύτερου κύματος της πανδημίας, η αποφασιστικότητα των Ευρωπαίων για επανεκκίνηση της οικονομίας φάνηκε με την ιστορική συμφωνία για τη σύσταση του Ταμείου Ανάκαμψης των 750 δισ. ευρώ. Η συμφωνία αποτέλεσε το πρώτο ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση αμοιβαιοποίησης του χρέους και αναπτέρωσε τις ελπίδες μήπως αυτή η κρίση μετατραπεί σε ευκαιρία να κινηθεί η Ευρώπη προς την κατεύθυνση της δημοσιονομικής ένωσης κρατών.

Tα εμπόδια στο «Σχέδιο Μάρσαλ»

Το ευρωπαϊκό «Σχέδιο Μάρσαλ» αποτελεί συνδυασμό του επταετούς προϋπολογισμού 1,074 τρισ. ευρώ και της στήριξης μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης των 750 δισ. ευρώ με κεφάλαια που θα αντληθούν μέσω ομολογιακών εκδόσεων. Από το Ταμείο Ανάκαμψης, 390 δισ. ευρώ θα δοθούν υπό μορφή επιδοτήσεων και 360 δισ. ευρώ σε δάνεια

Όμως το βέτο της Ουγγαρίας και της Πολωνίας στο Ταμείο Ανάκαμψης και στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο καταδεικνύουν ότι παραμένουν τα πολιτικά εμπόδια στο δρόμο προς στενότερη σύγκλιση.

Οι δύο χώρες της Ανατολικής Ευρώπης έχουν εκφράσει διαφωνίες για τη συμφωνία που επετεύχθη την προηγούμενη εβδομάδα μεταξύ της Γερμανίας -που εκπροσωπεί τις εθνικές κυβερνήσεις στις συνομιλίες- και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και απειλούν με την άσκηση βέτο, καθώς διαφωνούν με τους όρους που συνοδεύουν την εκταμίευση των κεφαλαίων από το Ταμείο Ανάκαμψης. Συγκεκριμένα, χαρακτηρίζουν άδικη τη ρήτρα που συνδέει την εκταμίευση των ευρωπαϊκών πόρων με τον σεβασμό του κράτους δικαίου από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποστηρίζοντας ότι τις στιγματίζει για τα δημοκρατικά τους πρότυπα.

Δεν είναι η πρώτη φορά που Βουδαπέστη και Βαρσοβία διαφωνούν με το ευρωπαϊκό γράμμα του νόμου. Αυτή τη φορά όμως διακυβεύονται πολύ περισσότερα, σε οικονομικούς όρους τουλάχιστον, και εμφανίζονται αποφασισμένες να μπλοκάρουν τον μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό 1,8 τρισ. ευρώ της Ε.Ε., σε μια κίνηση που εγείρει νέα εμπόδια στην υλοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης και την εκταμίευση ευρωπαϊκών πόρων προς τις χώρες που δοκιμάζονται από την πανδημική κρίση.

Η ρήτρα που εξόργισε Πολωνία και Ουγγαρία

Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης ο μηχανισμός που επιτρέπει στις Βρυξέλλες να αναστείλουν τη χρηματοδότηση προς χώρες-μέλη όπου οι αξίες τους -συμπεριλαμβανομένης και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης- υπονομεύονται ή απειλούνται. Οι υπέρμαχοι της συγκεκριμένης ρήτρας θεωρούν ότι αποτελεί έναν τρόπο για το μπλοκ να προστατεύσει τα ευρωπαϊκά κονδύλια σε «απείθαρχες» χώρες-μέλη, κάτι που δεν ισχύει με τα υφιστάμενα εργαλεία. Αλλά η Ουγγαρία και η Πολωνία εκλαμβάνουν τη συγκεκριμένη ρήτρα ως μια πολιτικά υποκινούμενη κίνηση που τις θέτει άμεσα στο στόχαστρο. «Νομίζω ότι “γράμμα του νόμου” σήμερα είναι οτιδήποτε που δεν τους αρέσει στην Ουγγαρία», ανέφερε στους «FT» η υπουργός Δικαιοσύνης της Ουγγαρίας, Τζούντιτ Βάργκα. Σύμφωνα με την ίδια, είναι άδικο να συνδέεται η χρηματοδότηση με το γράμμα του νόμου, καθώς κάθε χώρα της Ε.Ε. διαθέτει διαφορετικό δικαστικό σύστημα και δεν υπάρχει κοινός ορισμός.

Ο υφυπουργός Εξωτερικών της Πολωνίας, Πάβελ Γιαμπλόνσκι, εξηγεί ότι ακόμη ένα πρόβλημα από την οπτική της Βαρσοβίας αποτελεί «η πολύ ασαφής και ευρεία» φύση της ρήτρας, επιτρέποντας την επιβολή κυρώσεων όχι μόνο όταν παραβιάζονται οι ευρωπαϊκές αξίες, αλλά ακόμη και στην περίπτωση που απειλούνται. «Δεν εμπιστευόμαστε πλέον την ακεραιότητα των θεσμών και δεν μπορούμε να συναινέσουμε», εξηγεί ο Πολωνός αξιωματούχος. Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι παρά τις απειλές, Ουγγαρία και Πολωνία θα υποχωρήσουν, δεδομένου ότι συγκαταλέγονται μεταξύ των μεγάλων ωφελημένων του Ταμείου Ανάκαμψης, από το οποίο θα μπορούσαν να λάβουν οικονομική στήριξη πολλών δισ. ευρώ σε μια εποχή που η πανδημία σαρώνει τις οικονομίες τους. Όπως εξηγεί στους «FT» ο Ντάνιελ Χέγκεντους, συνεργάτη του German Marshall Fund, Βουδαπέστη και Βαρσοβια αναζητούν κάποιο είδος υποχώρησης από την πλευρά των Βρυξελλών ή τουλάχιστον μια «μικρή και συμβολική νίκη, ώστε να υποχωρήσουν έχοντας κερδίσει τη μάχη των εντυπώσεων στην εσωτερική πολιτική σκηνή».

Το βέτο της Ουγγαρίας και της Πολωνίας εγείρει ακόμη ένα εμπόδιο στην υλοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης και στην τελική ευθεία εκταμίευσης των κονδυλίων, παρά τον αρχικό ενθουσιασμό μετά την ιστορική συμφωνία του Ιουλίου. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται και προμηνύονται δύσκολες. Εκτός από το Βέτο της Ουγγαρίας και της Πολωνίας, ορισμένες χώρες του Βορρά -πρωτοστατούσης της Ολλανδίας- απαιτούν η χορήγηση οικονομικής βοήθειας να συνοδεύεται από αυστηρές προϋποθέσεις. Το Ταμείο Ανάκαμψης προσφέρει επιχορηγήσεις και δάνεια στις οικονομίες που δοκιμάζονται από την πανδημία, καταρρίπτοντας το ισχυρό ταμπού της αμοιβαιοποίησης του χρέους.

Μπορεί η Ευρώπη να κάνει το μεγάλο άλμα;

Οι έκτακτες και επείγουσες συνθήκες που δημιουργεί το σαρωτικό πέρασμα του κορωνοϊού θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως κίνητρο για να υπερκερασθούν τα εμπόδια και να ξεπερασθούν οι διαφορές, με την Ευρώπη να κάνει επιτέλους το άλμα προς τη δημοσιονομική ένωση. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, ζητεί από την Ευρώπη να εξετάσει το ενδεχόμενο μετατροπής του Ταμείου Ανάκαμψης και των κοινών ομολογιακών εκδόσεων ως μόνιμων εργαλείων αντιμετώπισης κρίσεων. Κάτι τέτοιο θα συντελούσε προς τη δημιουργία μιας «Ομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Κρατών», κατ’ αναλογία με τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή -που εκδίδει χρέος για λογαριασμό του συνόλου της Ε.Ε.- θα είχε μεγαλύτερο προϋπολογισμό για την αναδιανομή πόρων προς τις χώρες που τους έχουν ανάγκη.

Για όσον καιρό όμως παραμένουν οι διαφωνίες στους κόλπους της Ευρώπης και το χάσμα Βορρά και Νότου, ένα χάσμα που φαίνεται να βαθαίνει εν μέσω πανδημίας, το βήμα προς τη δημοσιονομική ένωση παραμένει μετέωρο.