ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κάθε μέρα επιδεινώνεται η θέση της ΔΕΗ

deh

Μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης βρίσκεται η ΔΕΗ, δυόμισι χρόνια μετά την επιβολή των κυβερνητικών μέτρων για το άνοιγμα της αγοράς ηλεκτρισμού.

Το εγχείρημα της αποεπένδυσης στον λιγνίτη καταλήγει σε αδιέξοδο, με την κυβέρνηση να αγοράζει χρόνο μέσα από συνεχείς παρατάσεις για να διαχειριστεί επικοινωνιακά το φιάσκο και τη διοίκηση της ΔΕΗ να εξετάζει εναλλακτικά σενάρια για να μεταθέσει για αργότερα τις δυσμενείς επιπτώσεις, όπως έναν δεύτερο διαγωνισμό ή και την πώληση της παραγωγής σε τρίτους αντί των μονάδων Μελίτης και Μεγαλόπολης. Με τα εν λόγω σενάρια η ΔΕΗ επιχειρεί ουσιαστικά να μεταθέσει το αδιέξοδο και τις δυσμενείς συνέπειές του για αργότερα, αφού έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα, μετά τη διαφαινόμενη απροθυμία των υποψήφιων επενδυτών να αναλάβουν το ρίσκο της δεσμευτικής προσφοράς –γεγονός που οδήγησε στην παράταση της προθεσμίας κατάθεσής τους από τις 23 Ιανουαρίου στις 6 Φεβρουαρίου–, μπροστά της έχει μόνο κακές και λιγότερο κακές επιλογές: ο βασικός στόχος της ολοκλήρωσης του διαγωνισμού, για να επιτευχθεί, θα πρέπει είτε να πάρει πρόσθετα μέτρα βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας των μονάδων, με την προσδοκία ότι θα βρεθεί έστω ένας επενδυτής που θα καταθέσει οικονομική προσφορά σε επίπεδα που μπορούν να γίνουν αποδεκτά και να κλείσει έτσι η υποχρέωσή της έναντι στην Κομισιόν, είτε ακόμη και να αποδεχθεί ένα πολύ χαμηλό τίμημα. Εάν αυτό δεν συμβεί και ο διαγωνισμός δεν αναδείξει πλειοδότη-ες για τις μονάδες, τότε θα υποχρεωθεί αφενός να διαθέσει μεγαλύτερες ποσότητες ισχύος μέσω δημοπρασιών σε τρίτους (ΝΟΜΕ) και αφετέρου να πουλήσει υδροηλεκτρικές μονάδες. Ουσιαστικά δηλαδή θα έχει επανέλθει το σχέδιο «Μικρή ΔΕΗ» που η κυβέρνηση «πάγωσε» το 2015 επιλέγοντας την αποεπένδυση στον λιγνίτη και τα ΝΟΜΕ, μέτρα που αποδείχθηκαν αδιέξοδα και μετέτρεψαν τη ΔΕΗ σε ζημιογόνο επιχείρηση. Αυτό, γιατί η κυβέρνηση έχει δεσμευθεί στη συμφωνία με τους πιστωτές ότι εάν δεν προχωρήσει η αποεπένδυση στον λιγνίτη και μέσω των ΝΟΜΕ δεν επιτευχθούν οι δεσμευτικοί στόχοι για μείωση των μεριδίων της ΔΕΗ στη λιανική αγορά, τότε θα ληφθούν άλλα δομικά μέτρα, δηλαδή πώληση υδροηλεκτρικών μονάδων.

Από τις δηλώσεις του επικεφαλής της επιχείρησης Μανόλη Παναγιωτάκη την περασμένη Παρασκευή στο ΑΠΕ, δεν προκύπτει ότι η διοίκηση της ΔΕΗ θα επιδιώξει με κάθε τρόπο την επιτυχία του διαγωνισμού. Μιλώντας για τους λόγους που οδήγησαν στην παράταση του διαγωνισμού, ο κ. Παναγιωτάκης έστειλε μήνυμα στους επενδυτές ότι δεν πρόκειται να ξεπουλήσει. «Με την ευκαιρία αυτή, τονίζω ότι οι προς παραχώρηση μονάδες είναι κερδοφόρες και έχουν μεγάλη αξία για τη στήριξή του συστήματος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας. Κατά συνέπεια, η απαξίωσή τους από ορισμένες πλευρές δεν εδράζεται σε καμία απολύτως βάση και προφανώς αποσκοπεί σε δημιουργία διαπραγματευτικού κλίματος.

Σε κάθε περίπτωση, όπως έχω δηλώσει εξαρχής, η ΔΕΗ πωλεί τις μονάδες συμμορφούμενη με τις αποφάσεις των κοινοτικών οργάνων, αλλά δεν πρόκειται να τις ξεπουλήσει!» είπε χαρακτηριστικά.

Στο διάστημα που απομένει, η ΔΕΗ θα επιδιώξει ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων με τη «Λιγνιτωρυχεία Αχλάδας» για την προμήθεια της Μελίτης σε λιγνίτη. Οπως επισήμως έχει δηλώσει ο κ. Παναγιωτάκης, μια αναπροσαρμογή της σύμβασης σε τιμή προμήθειας 5 ευρώ ανά τόνο λιγνίτη περιορίζει το κόστος τροφοδοσίας της Μελίτης κατά 12,5 εκατ. ευρώ ετησίως, γεγονός που καθιστά τη μονάδα βιώσιμη και κερδοφόρο. «Δεν πρόκειται να υπογράψουμε σύμβαση εάν δεν γίνει αποδεκτή η πρότασή μας», δηλώνουν στην «Κ» κύκλοι της ΔΕΗ, μεταφέροντας την εκτίμηση ότι η διοίκηση της «Λιγνιτωρυχεία Αχλάδας» κρατάει μια εκβιαστική στάση μετά την παράταση της σύμβασης παραχώρησης των κοιτασμάτων από το υπουργείο Ενέργειας.

Οι επενδυτές από την πλευρά τους εξακολουθούν να αξιολογούν την επένδυση στις λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ ως αρνητική, ακόμη και μετά τη μείωση του προσωπικού κατά 274 άτομα. Στο υπουργείο Ενέργειας και στη ΔΕΗ είναι προετοιμασμένοι για το ενδεχόμενο να μην κατατεθούν δεσμευτικές προσφορές στις 6 Φεβρουαρίου ή, ακόμη και εάν κατατεθούν, το τίμημα να μην επιτρέπει την αποδοχή του από τα αρμόδια όργανα της ΔΕΗ και του υπερταμείου που θα πρέπει να εγκρίνει τη συναλλαγή, αφού αυτά είναι τα μηνύματα που παίρνουν από την αγορά. Η μεγάλη ανησυχία τους είναι μήπως η Κομισιόν θέσει εν μέσω προεκλογικής περιόδου θέμα πώλησης υδροηλεκτρικών και αυτό επιχειρούν να αποφύγουν βάζοντας στο τραπέζι εναλλακτικά σενάρια. Ενα από αυτά είναι η επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού λίγους μήνες αργότερα, διάστημα που θα επιτρέψει στη ΔΕΗ να προχωρήσει στην εξυγίανση των μονάδων, με μέτρα όπως περαιτέρω μείωση του προσωπικού με ακόμη ένα πρόγραμμα εθελουσίας και νέο μάνατζμεντ που θα προτείνει και θα υλοποιήσει επιπλέον μέτρα. Ενα δεύτερο σενάριο είναι η πώληση της παραγωγής των μονάδων Μελίτης και Μεγαλόπολης, κάτι που, σύμφωνα με πληροφορίες, η ΔΕΗ συζητεί ήδη με τους επενδυτές.

Ζημιώνεται από τις δημοπρασίες ισχύος

Αρνητικός, όχι μόνο για τη ΔΕΗ, αλλά και για τους καταναλωτές, είναι ο απολογισμός της μέχρι τώρα εφαρμογής των ΝΟΜΕ (δημοπρασίες ισχύος). Η ΔΕΗ αναγκάζεται να παρέχει προς δημοπρασία περί τις 14 τεραβατώρες, δηλαδή όλη τη λιγνιτική και υδροηλεκτρική της παραγωγή, σε τιμές χαμηλότερες του κόστους, με συνέπεια να ζημιώνεται μόνο για το έτος 2018 κατά 230 εκατ. ευρώ. Την ίδια στιγμή οι στόχοι για μείωση των μεριδίων της στην αγορά δεν επιτυγχάνονται αφού τα προϊόντα των ΝΟΜΕ σε ποσοστό 33% έως 57% κατευθύνονται σε εξαγωγές.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΔΕΗ, εάν αυτή η ενέργεια διοχετευόταν στην ελληνική αγορά, το κόστος της χονδρεμπορικής αγοράς θα μειωνόταν κατά 2-2,5 ευρώ η μεγαβατώρα ή κατά 100 εκατ. ευρώ, επ’ ωφελεία όλων των καταναλωτών. Επίσης, το μερίδιο των τρίτων προμηθευτών θα αυξανόταν από το 20% στο 28%. Ωφελημένοι είναι οι εξαγωγείς και οι καταναλωτές των όμορων χωρών.