ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μη θυσιάσετε την αξιοπιστία σας για παροχές

Μη θυσιάσετε την αξιοπιστία σας για παροχές

Η Ελλάδα δεν πρέπει να θυσιάσει την αξιοπιστία και την πειθαρχία που πέτυχε με τόσο κόπο τα προηγούμενα χρόνια για μέτρα βραχυπρόθεσμης απόδοσης, τονίζει ο Ασχόκ Αράμ, διευθύνων σύμβουλος της Deutsche Bank για την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική (εξαιρουμένων της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου),  σε συνέντευξή του στην «Κ».

Το υψηλόβαθμο στέλεχος της γερμανικής τράπεζας βρέθηκε στην Αθήνα, με αφορμή την ανάληψη των καθηκόντων του Chief Country Officer της Deutsche Bank για την Ελλάδα από τον Νικόλα Εξαρχο, μετά την αποχώρηση, λόγω συνταξιοδότησης, της Ελένης Δενδρινού. Στη συνέντευξή του φανερώνει πως είναι γνώστης της ελληνικής πραγματικότητας, αναδεικνύοντας σημεία προόδου αλλά και κινδύνους. Τονίζει ότι ακόμη και η αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζών αποτελεί συνάρτηση της εμπιστοσύνης στο μακροοικονομικό πλαίσιο.

Ο ίδιος δεν διστάζει να μιλήσει για τα προβλήματα της τράπεζάς του, την οποία θεωρεί πάντως κατά βάση υγιή και ισχυρή. Μιλάει ακόμη για την ανάγκη περαιτέρω εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης στον οικονομικό τομέα, αν και αναδεικνύει τους «περιορισμούς» που –κατά την άποψή του– υπάρχουν, προς το παρόν, λόγω διαφορετικού «προφίλ κινδύνου» των επιμέρους κρατών-μελών.

Στις ευρωεκλογές, πάντως, εξέφρασε την ελπίδα να επικρατήσουν μετριοπαθείς δυνάμεις για να προχωρήσει το ευρωπαϊκό εγχείρημα.

– Πρέπει η Ευρώπη να προχωρήσει σε εμβάθυνση της δημοσιονομικής και τραπεζικής ένωσης και ποια είναι η σημασία των ευρωεκλογών της Κυριακής στο πλαίσιο αυτό;
– Για να συνεχίσει η Ευρώπη να ανταγωνίζεται αποτελεσματικά με τις ΗΠΑ και τις αναδυόμενες αγορές στην Ασία, θα είχε νόημα, κατά την άποψή μας, να εμβαθύνει περισσότερο τη συνεργασία στον τραπεζικό τομέα και στις αγορές κεφαλαίου. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε, επίσης, τελικά να οδηγήσει στη δημιουργία μιας δημοσιονομικής ένωσης. Αλλά πάντα πρέπει να θέτει κανείς το ερώτημα «ποιοι είναι οι περιορισμοί». Μία από τις προϋποθέσεις της δημοσιονομικής ένωσης θα ήταν να διασφαλισθεί ότι το χρέος των επιμέρους κρατών-μελών ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι βιώσιμο, έτσι ώστε το προφίλ κινδύνου των ευρωπαϊκών οικονομικών να αρχίσει να συγκλίνει. Εν καιρώ θα ήταν σημαντικό, επίσης, να επιδιωχθεί μια κοινή φορολογική πολιτική και ένα κοινό ευρωπαϊκό σχήμα εγγύησης των καταθέσεων, αναπτύσσοντας την εμπιστοσύνη που χρειάζεται για να αντισταθμιστεί η ρυθμιστική πολυδιάσπαση. Με αυτόν τον τρόπο, τα οφέλη της τραπεζικής ένωσης για την οικονομία και τους Ευρωπαίους πολίτες θα ενεργοποιηθούν.

– Και δεν βρισκόμαστε ακόμη εκεί;
– Θα έπρεπε να φτάσουμε εκεί, κατά την άποψή μου είναι ξεκάθαρο ότι η περαιτέρω εμβάθυνση είναι απαραίτητη. Πραγματικά ελπίζω ότι οι μετριοπαθείς και κεντρώες δυνάμεις στην Ευρώπη θα τα πάνε καλά στις ευρωεκλογές, γιατί αυτό το εγχείρημα που ξεκίνησε πριν από 70 χρόνια, ένα εγχείρημα για την ειρήνη, πολιτικό και οικονομικό, πρέπει να συνεχίσει να έχει επιτυχία. Είναι καλό για το μέλλον μας και για τις οικονομίες μας στην Ευρώπη. Ωστόσο γνωρίζω επίσης, ως τραπεζίτης, ότι για να συμβεί αυτό πρέπει όλοι να κάνουμε βήματα και αυτό μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες  βραχυπρόθεσμα, αλλά μακροπρόθεσμα θα είναι πολύ παραγωγικό.

– Η τράπεζά σας δείχνει προσηλωμένη στην Ευρώπη…
– Πάντοτε λέγαμε πολύ καθαρά ότι θέλουμε να είμαστε μια ευρωπαϊκή τράπεζα, με ισχυρές γερμανικές ρίζες, που λειτουργεί διεθνώς, με ένα δίκτυο στις περιοχές της Ασίας – Ειρηνικού, της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής και της Αμερικής. Τίποτα δεν έχει αλλάξει σε αυτό το κεντρικό όραμα της Deutsche Bank. Aυτό είναι το όραμα που θέλουμε να υπηρετήσουμε. Πιστεύουμε σε αυτό γιατί:

α. Η Γερμανία χρειάζεται μια τράπεζα η οποία να μπορεί να λειτουργήσει διεθνώς και να  υποστηρίξει τις επιχειρήσεις της με εξαγωγικό προσανατολισμό.

β. Οι  ευρωπαϊκές εταιρείες που λειτουργούν διεθνώς αποτελούν μια κρίσιμη μάζα της οικονομίας. Αυτές χρειάζονται τραπεζικές υπηρεσίες για να χρηματοδοτήσουν τις εμπορικές τους δραστηριότητες, τις πληρωμές, αλλά και για να έχουν πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίου και σε νέους επενδυτές, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά επίσης στις περιοχές της Αμερικής, της Ασίας – Ειρηνικού, της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής. Ακόμα, εταιρείες και επενδυτές από αυτές τις περιοχές θέλουν πρόσβαση και ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση, τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομική ζώνη στον κόσμο.

mi-thysiasete-tin-axiopistia-sas-gia-paroches0
Με μια δεξίωση στο Μουσείο της Ακρόπολης, η Deutsche Bank καλωσόρισε, διά του Ασοκ Αράμ (δεξιά), τον νέο chief country officer για την Ελλάδα Νικόλα Εξαρχο (αριστερά). Ο κ. Εξαρχος διαδέχθηκε την Ελένη Δενδρινού, που συνταξιοδοτείται ύστερα από 20 χρόνια σταδιοδρομίας στην τράπεζα. Οι δύο έχουν συνεργαστεί για μακρύ χρονικό διάστημα κι έτσι αναμένεται μια ομαλή μετάβαση, όπως λένε στην τράπεζα. 

– Θα εξετάζατε μια άλλη συγχώνευση, μετά τη ματαίωση αυτής με την Commerzbank;
– Στο στάδιο αυτό, ο διευθύνων σύμβουλός μας έχει καταστήσει σαφές ότι  θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε στα δικά μας σχέδια, ώστε να καταστήσουμε την τράπεζα πιο κερδοφόρα. Η DB ήδη λειτουργεί με έναν πολύ ισχυρό ισολογισμό, το επόμενο βήμα είναι να βελτιώσουμε τα λειτουργικά μας κέρδη – και είμαστε στον σωστό δρόμο. Ωστόσο έχουμε πει επίσης ότι μεσοπρόθεσμα η τραπεζική συγκέντρωση στην Ευρώπη είναι απαραίτητη και έως ένα βαθμό αναπόφευκτη. Ετσι, ενώ ενισχύουμε την τράπεζά μας, θα εξακολουθήσουμε να αξιολογούμε ευκαιρίες που θα ανακύπτουν.

– Η μετοχή σας βρέθηκε πάλι σε ιστορικό χαμηλό…
– Η τιμή της μετοχής είναι αντανάκλαση της σχετικά χαμηλής απόδοσης των ιδίων κεφαλαίων μας. Επομένως, ναι, είμαστε κερδοφόροι, αλλά η απόδοση των ιδίων κεφαλαίων μας πρέπει να ενισχυθεί και καθώς αυτό θα συμβαίνει, έχω την πεποίθηση ότι θα βελτιώνεται και η τιμή των μετοχών μας επίσης.

Οι πελάτες μας στην Ελλάδα μας εμπιστεύονται επί σειρά ετών

– Ποια είναι τα σχέδιά σας για το υποκατάστημά σας στην Ελλάδα;
– Λειτουργούμε εδώ και περίπου 40 χρόνια και το επιχειρηματικό μας μοντέλο θα παραμείνει το ίδιο. Συνεργαζόμαστε πολύ στενά με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα, την κεντρική τράπεζα, τους εταιρικούς μας πελάτες, πολλοί από τους οποίους δραστηριοποιούνται διεθνώς, και εργαζόμαστε επίσης με ιδιώτες για τις διεθνείς ανάγκες τους. Η DB λειτουργεί σαν δίαυλος των πελατών της στην Ελλάδα για το διεθνές της δίκτυο, είτε ενδιαφέρονται να αποκτήσουν πρόσβαση σε κάποια νέα αγορά στην Ασία, είτε να αντλήσουν κεφάλαια, μέσω του βραχίονά μας στις αγορές κεφαλαίου στο Λονδίνο ή στη Νέα Υόρκη, είτε να διεκπεραιώσουν πληρωμές και κλίρινγκ, μέσω της Φρανκφούρτης ή της Νέας Υόρκης, όποια κι αν είναι η ανάγκη.

– Οι πελάτες σας στην Ελλάδα εμπιστεύονται την τράπεζα παρά τα προβλήματά της;
– Είμαστε τυχεροί στην Ελλάδα, γιατί όλοι οι πελάτες μας είναι πολύ υψηλού επιπέδου –τράπεζες, εταιρείες, το Δημόσιο, ιδιώτες– και αντιλαμβάνονται ότι πίσω από έναν παράξενο τίτλο υπάρχει μια πολύ ισχυρή και υγιής τράπεζα. Αφού εμφανίσαμε κέρδη πέρυσι και επιτύχαμε τους στόχους  μας για τη μείωση του κόστους, άλλαξε ήδη το αφήγημα και τώρα καλούμαστε απλώς να επιτυγχάνουμε συνεχώς, χρόνο με τον χρόνο, βελτίωση της κερδοφορίας μας.

– Πώς βλέπετε τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας;
– Η Ελλάδα πήγε πολύ καλά κατά το πρόγραμμα προσαρμογής της στην τραπεζική συγκέντρωση και στην αντιμετώπιση των θεμάτων που σχετίζονται με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Κατά τον τελευταίο χρόνο, η αξιοπιστία της οικονομίας και του τραπεζικού συστήματος εξελίχθηκε στη σωστή κατεύθυνση και αυτό φάνηκε. Η Ελλάδα απέκτησε ξανά πρόσβαση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου, μπόρεσε να αναχρηματοδοτήσει τις ανάγκες της στις αγορές, κάτι που αποτελούσε στόχο του προγράμματος. Συνεπώς, είναι κρίσιμο να μη θυσιαστούν αυτή η πειθαρχία και η αξιοπιστία που κερδήθηκαν τα τελευταία 2-3 χρόνια για οποιαδήποτε μέτρα βραχυπρόθεσμης απόδοσης.

– Ανησυχείτε για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, εξαιτίας του υψηλού ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων δανείων;
– Η αξιοπιστία στο μακροοικονομικό πεδίο που επιτεύχθηκε, όπως έπρεπε και με δύσκολο τρόπο, πρέπει να διαφυλαχθεί και να ενισχυθεί, γιατί αποτελεί προϋπόθεση για την περαιτέρω αντιμετώπιση του θέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων στις ελληνικές τράπεζες. Οι τράπεζες σημείωσαν σημαντική πρόοδο, αλλά γνωρίζουμε ότι η κατάστασή τους βρίσκεται εκεί που ήταν η Ισπανία πριν από 4-5 χρόνια. Εξασφάλισαν ένα βασικό επίπεδο εξυγίανσης και αναμένουν τώρα να έρθουν διαχειριστές κεφαλαίων που θα ήθελαν να αποκτήσουν στοιχεία του ενεργητικού τους. Αν οι τράπεζες μπορέσουν να μεταβιβάσουν αυτά τα στοιχεία ενεργητικού με κεφαλαιακά ουδέτερο τρόπο, τότε ο τραπεζικός τομέας σιγά σιγά θα αναζωογονηθεί, θα έχει περισσότερα κεφάλαια, ώστε να διαθέσει σε νέες ανάγκες. Η προϋπόθεση για να έρθουν, όμως, αυτοί οι επενδυτές είναι να υπάρχει εμπιστοσύνη σε μακροοικονομικό πλαίσιο. Αν η εμπιστοσύνη αυτή χαθεί, τότε τα κεφάλαια δεν θα έρθουν και η λύση στο θέμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα αναβληθεί. Ελπίζω ότι το ταξίδι αυτό θα συνεχιστεί, γιατί τότε θα υπάρξει πρόοδος, αλλά μπορώ επίσης να δω ότι, αν η πειθαρχία εγκαταλειφθεί και χαθεί η αξιοπιστία, το πρόβλημα θα παραταθεί και θα περιοριστούν τα περιθώρια των τραπεζών για να λύσουν αυτά τα προβλήματα.