ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΚΕΠΕ και Πειραιώς χαμηλώνουν τον πήχυ για την ανάπτυξη

ΚΕΠΕ και Πειραιώς χαμηλώνουν τον πήχυ για την ανάπτυξη

Σε πιο απαισιόδοξη κατεύθυνση από τις κυβερνητικές κινούνται οι προβλέψεις του ΚΕΠΕ (Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών) και της Τράπεζας Πειραιώς για τον ρυθμό ανάπτυξης, οι οποίες έγιναν χθες γνωστές.

Συγκεκριμένα, το ΚΕΠΕ προβλέπει ότι το 2019 θα κλείσει με μέσο ρυθμό ανάπτυξης 1,7%, έναντι κυβερνητικής πρόβλεψης για 2%. Η Τράπεζα Πειραιώς εκτιμά πως το 2019 ο ρυθμός ανάπτυξης θα είναι 1,6% και το 2020 2%, έναντι κυβερνητικής πρόβλεψης για 2,8%. Σχετική αναφορά γίνεται στην έκδοση της τράπεζας «Οικονομική ανάλυση και επενδυτική στρατηγική».

Το ΚΕΠΕ δημοσίευσε τη δική του πρόβλεψη μόνο για το 2019, στο περιοδικό του «Οικονομικές εξελίξεις». Με βάση το υπόδειγμα παραγόντων για τις βραχυπρόθεσμες εξελίξεις στο ΑΕΠ που εφαρμόζει, προβλέπει ότι το β΄ εξάμηνο ο ρυθμός ανάπτυξης θα είναι 1,9%, επομένως, δεδομένου ότι το πρώτο εξάμηνο αυτός ήταν 1,5%, ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης προβλέπεται στο 1,7%. Ρυθμός χαμηλότερος από το 1,9% του 2018. Διευκρινίζεται πως το υπόδειγμα που χρησιμοποιείται δεν ενσωματώνει την εκτίμηση των επιδράσεων των μέτρων πολιτικής που εφαρμόζονται στο μεσοδιάστημα.

Η ελληνική οικονομία, σύμφωνα με την ανάλυση του ΚΕΠΕ, «ακολουθεί μια σταθερή πορεία ανάκαμψης, στη βάση σημαντικών εξελίξεων, όπως η ολοκλήρωση των προγραμμάτων προσαρμογής και η αξιοσημείωτη πρόοδος που έχει επιτευχθεί στην εξισορρόπηση των δημοσιονομικών μεγεθών». Παράλληλα, όμως, σημειώνει, η συγκρατημένη αναπτυξιακή δυναμική συνδέεται με την πορεία της εγχώριας ζήτησης, τη στασιμότητα των επενδύσεων και μεγάλων έργων και τη συνολική οικονομική επιβάρυνση που αντιμετωπίζουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Επίσης, μπορεί να οφείλεται, σύμφωνα με την ανάλυση του ΚΕΠΕ, σε μια στάση αναμονής λόγω των εκλογών που έγιναν και πιθανών αλλαγών στην κυβερνητική πολιτική. Η πορεία του ΑΕΠ είναι από τους κρίσιμους παράγοντες στους οποίους ποντάρει η κυβέρνηση για το δημοσιονομικό της σενάριο, αλλά και για τη μείωση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ.