ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Με μικρές εκδόσεις ομολόγων κρατάει επαφή η Ελλάδα με τις αγορές

traders-omol---2

Η έκδοση του νέου 7ετούς ομολόγου έδειξε ότι η Ελλάδα συνεχίζει να έχει παρουσία στις αγορές και την ίδια στιγμή ενίσχυσε τα ταμειακά αποθέματα της χώρας κατά 2 δισ. ευρώ σε μία περίοδο που έχει ανάγκη τη ρευστότητα για να αντεπεξέλθει στο κόστος της κρίσης. Kατέδειξε παράλληλα πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η αξιολόγηση μιας χώρας σε περιόδους έντονων αναταραχών όπως η σημερινή, καθώς και τη ζημία που έχει προκαλέσει η απροθυμία της Ευρωζώνης να προχωρήσει σε πιο γενναία μέτρα στήριξης, όπως η έκδοση ευρωομολόγου.

Η Ελλάδα βγήκε στις αγορές σε μία ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία, παρά το τεράστιο έκτακτο QE που έχει ξεκινήσει η ΕΚΤ και στο οποίο ανήκουν και τα ελληνικά ομόλογα. Οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του χρέους των πιο αδύναμων χωρών του ευρώ και οι φόβοι για μία νέα κρίση χρέους δεν «ηρέμησαν» μετά τις πρόσφατες αποφάσεις του Eurogroup. Αντίθετα, ενισχύθηκαν. Η βαθιά ύφεση στην οποία έχουν ήδη μπει οι χώρες της Ευρωζώνης, με την Ελλάδα να εκτιμάται ότι θα σημειώσει τη βαθύτερη, οδηγεί σε έκρηξη των δεικτών χρέους. Οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ που μιλούν για αύξηση του ελληνικού χρέους άνω του 200% του ΑΕΠ φέτος, και για 143% στην Ιταλία, είναι ενδεικτικές.

Οπως σχολιάζουν οι αναλυτές, η Ελλάδα αν και άντλησε 2 δισ. έναντι προφορών 5,9 δισ. ευρώ για το 7ετές, είναι προφανές πως πλέον δυσκολεύεται να βρει τη ζήτηση που έβλεπε στο πρόσφατο παρελθόν, υπενθυμίζοντας τα 18,8 δισ. ευρώ των προσφορών για το 15ετές τον Ιανουάριο. Το επιτόκιο του 2,013% του 7ετούς δείχνει πως οι επενδυτές ζητούν υψηλότερες αποδόσεις για το ρίσκο που αναλαμβάνουν. To επιτόκιο για το 15ετές είχε διαμορφωθεί στο 1,911%, όταν οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων ήταν σε ιστορικά χαμηλά.

Ολα αυτά φυσικά είναι αποτέλεσμα του ιστορικού σοκ που βιώνουν οι οικονομίες διεθνώς και της αλλαγής της επενδυτικής ψυχολογίας, ωστόσο είναι και αποτέλεσμα του ρίσκου που συνεχίζει να έχει η Ελλάδα και το οποίο «βγαίνει» στην επιφάνεια όταν οι συνθήκες στις αγορές επιδεινώνονται. Οπως τονίζει στην «Κ» ο Τζενς Πίτερ Σόρενσεν, επικεφαλής αναλυτής της Danske Βank, τόσο το ύψος των προσφορών όσο και το επιτόκιο έχουν να κάνουν με την αξιολόγηση της Ελλάδας από τους οίκους. Αν και η Κύπρος και η Πορτογαλία βγήκαν πρόσφατα στις αγορές με 7ετή ομόλογα και επίσης αντιμετώπισαν δυσκολίες, ωστόσο τα επιτόκιά τους κινήθηκαν στο 1,564% και στο 0,7% αντίστοιχα. Αυτές οι χώρες έχουν «επενδυτική βαθμίδα», και οι επενδυτές τοποθετούνται με μεγαλύτερη «ασφάλεια».

Οι οίκοι αξιολόγησης αποτελούν και έναν από τους λόγους που ο ΟΔΔΗΧ επέλεξε να βγει στις αγορές τώρα και όχι αργότερα. Την ερχόμενη Παρασκευή αναμένονται οι «ετυμηγορίες» από S&P και DBRS για την Ελλάδα, εν μέσω αυτής της βαθιάς κρίσης. Το καλό σενάριο είναι να υποβαθμίσουν μόνο τις προοπτικές της Ελλάδας (και όχι την αξιολόγηση) σε σταθερές από θετικές. Αυτό ήθελε να διασφαλίσει η ελληνική κυβέρνηση. Αποδεικνύοντας ότι μπορεί και βγαίνει στις αγορές και αντιμετωπίζει τις ταμειακές της ανάγκες μόνη της, θα λειτουργήσει θετικά στα «μάτια» των οίκων, απομακρύνοντας το σενάριο μιας υποβάθμισης της αξιολόγησης, που θα έστελνε ένα αρνητικό σήμα.

Οπως επισημαίνει η UBS, αν και ο δείκτης χρέους της Ελλάδας θα ξεπεράσει το 200% του ΑΕΠ φέτος, κάτι που είναι σαφώς πιστωτικά αρνητικό, ωστόσο η ένταξη της χώρας στο έκτακτο QE της ΕΚΤ είναι μια κρίσιμη στήριξη, η οποία διευκόλυνε την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές. Αυτό, σε συνδυασμό με το ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρέους έχει τη μορφή μακροπρόθεσμων δανείων από τον ESM καθώς και το ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα αξιοπρεπές ταμειακό απόθεμα, θα στηρίξει τις τρέχουσες αξιολογήσεις των οίκων.

​​​​​​Η παρουσία της Ελλάδας στις αγορές, έστω και με ακριβότερους όρους από το πρόσφατο παρελθόν, αποτελεί βασικό μέρος της στρατηγικής του οικονομικού επιτελείου για την ενίσχυση των ταμειακών διαθεσίμων ως όπλο έναντι της κρίσης. Ετσι, με μικρού ύψους εκδόσεις ομολόγων, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των εκδόσεων των εντόκων, στοχεύει να κρατήσει το «μαξιλάρι» όσο… γεμάτο γίνεται και για την «επόμενη μέρα», ώστε να μη βρεθεί αντιμέτωπο με επίπονες υποβαθμίσεις και απαγορευτικά κόστη δανεισμού.