ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΙΟΒΕ: Yφεση και ενίσχυση ανεργίας το 2016

ΙΟΒΕ: Yφεση και ενίσχυση ανεργίας το 2016

Θετικό ρυθμό ανάπτυξης στο δεύτερο μισό του έτους, που αναμένεται να καλύψει σε μεγάλο βαθμό την ύφεση των πρώτων μηνών, βλέπει το ΙΟΒΕ υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει άλλη σημαντική καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης του προγράμματος. Συνολικά, και υπό αυτές τις συνθήκες, σύμφωνα με την τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ για την ελληνική οικονομία, η ύφεση για το τρέχον έτος θα είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι στο προηγούμενο και θα κινηθεί στην περιοχή του 1%. Η σχετική εξέλιξη θα εξαρτηθεί αποφασιστικά από τον χρόνο και τα χαρακτηριστικά με τα οποία θα κλείσει η αξιολόγηση, που είναι το αναγκαίο (αν και όχι από μόνο του επαρκές) βήμα για την απαρχή ενός πιθανού κύκλου θετικών εξελίξεων. Αντίθετα, σε περίπτωση ρήξης και μη ομαλής εφαρμογής του προγράμματος, οι εξελίξεις θα είναι ιδιαίτερα δραματικές και η σχετική άμεση και μακροπρόθεσμη ζημία για την ελληνική οικονομία απολύτως μη αναστρέψιμη. Η ανεργία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ, θα αυξηθεί κατά το τρέχον έτος στα επίπεδα του 25,2% (24,9% το 2015). Ο πληθωρισμός θα κινηθεί σε μηδενικά επίπεδα χωρίς να αποκλείεται μικρή μείωση των τιμών, ενώ σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, η περαιτέρω ενίσχυση του τουρισμού θα είναι μικρή και θα παρατηρηθεί κάμψη στη μεταποίηση.

Τόσο ο πρόεδρος του ΙΟΒΕ Τάκης Αθανασόπουλος όσο και ο γενικός διευθυντής Νίκος Βέττας, κατά την παρουσίαση της έκθεσης, επισήμαναν τις τεράστιες καθυστερήσεις στον τομέα των μεταρρυθμίσεων, αλλά και τον αντιαναπτυξιακό χαρακτήρα της πολιτικής αυξήσεων στους φορολογικούς συντελεστές. Οι βελτιώσεις που επιτεύχθηκαν τα προηγούμενα χρόνια στους οικονομικούς δείκτες δεν ήταν αποτέλεσμα αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Επιτεύχθηκαν με βαρύ τίμημα την καταστροφή μεγάλης αξίας, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο χώρας, τόνισε ο κ. Αθανασόπουλος, ο οποίος χαρακτήρισε τη σημερινή κατάσταση της χώρας «πολύ χειρότερη από το 2010, όταν υποχρεωθήκαμε να υπογράψουμε το πρώτο μνημόνιο».

Ο κ. Βέττας τόνισε ότι «πρώτη φορά βρίσκεται η οικονομία σε τόσο οριακή κατάσταση, με ελέγχους κεφαλαίων και μη ομαλή λειτουργία τραπεζών 9 μήνες. «Οσο δεν μεταρρυθμίζεται η οικονομία τόσο απομακρύνεται η ημερομηνία λήξης της ελληνικής κρίσης», επισημαίνει το ΙΟΒΕ, με τον κ. Βέττα να τονίζει ότι είναι λάθος των αξιολογητών που δεν ρίχνουν μεγαλύτερο βάρος στο θέμα των μεταρρυθμίσεων. Ανέφερε ως παράδειγμα το νέο αναπτυξιακό σχέδιο της χώρας, το οποίο έπρεπε να παρουσιαστεί και να είχε κλείσει τον προηγούμενο μήνα, κάτι που δεν έγινε.

Στοιχείο που αποτελεί τον μεγαλύτερο παράγοντα ανησυχίας, σύμφωνα με την έκθεση του ΙΟΒΕ, είναι η σταδιακή αυτονόμηση των εξελίξεων στην κρίση της ελληνικής οικονομίας. «Η Ελλάδα δεν θεωρείται ότι αποτελεί αξιόλογο συστημικό κίνδυνο και έτσι η απόφαση και η ευθύνη για την κατεύθυνση της χώρας θα πρέπει να αναζητηθεί σχεδόν αποκλειστικά στο εσωτερικό», επισημαίνεται χαρακτηριστικά.

Πρέπει να είναι σαφές ότι η έξοδος από την κρίση δεν μπορεί να διέρχεται από την υπερβολική φορολόγηση των παραγωγικών συντελεστών στην οικονομία, αλλά αντίθετα από τη δημιουργία πλαισίου για την επιβράβευσή τους, επισημαίνει το ΙΟΒΕ.

Σε ό,τι αφορά τις μεσοπρόθεσμες εξελίξεις, το ΙΟΒΕ προεξοφλεί αρνητικές επιδράσεις για επερχόμενες αλλαγές στις αποφάσεις των οικονομικών μονάδων νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως των πραγματικών παρεμβάσεων, και υψηλό κόστος τραπεζών για άντληση ρευστότητας από την ΕΚΤ και μέσω ΕLA. Αν και η αβεβαιότητα δεν ευνοεί την οικονομική δραστηριότητα, η προς τα πίσω μετάθεση των μέτρων, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, περιορίζει τις υφεσιακές τους επιδράσεις φέτος και τις μεταθέτει για το 2017. Στις άμεσες επιδράσεις από την ολοκλήρωση της αξιολόγησης και την απαίτηση για μέτρα ύψους 2 δισ. ευρώ το 2016, το ΙΟΒΕ αναφέρει τις πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα από τα φορολογικά μέτρα, τις αυξήσεις εισφορών και τις αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα, την άνοδο κόστους των επιχειρήσεων από αύξηση έμμεσων φόρων στην ενέργεια και ενδεχομένως υψηλότερες εργοδοτικές εισφορές. Στους επιπλέον παράγοντες που θα επηρεάσουν τις επενδύσεις, αναφέρει την πολεμική ένταση στην ευρύτερη περιοχή, την πιθανή εξασθένηση της διεθνούς ζήτησης και το χαμηλό ενεργειακό κόστος, ενώ ως πρόσθετη παράμετρο του κοινωνικοοικονομικού περιβάλλοντος αξιολογεί τις προσφυγικές – μεταναστευτικές ροές.