Ο Πρόεδρος Κ. Καραμανλής και οι κάλπες του 1981

Ο Πρόεδρος Κ. Καραμανλής και οι κάλπες του 1981

Προτεραιότητα η πολιτική ομαλότητα

7' 21" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Μια μεγάλη καμπή, όπως οι εκλογές του 1981 για την ελληνική πολιτική Ιστορία, εγείρει πάντοτε μεγάλη ποικιλία ερωτημάτων. Ακόμη κι αν το ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρέας Παπανδρέου ανέμεναν την τεράστιας έκτασης νίκη τους (πράγμα αμφίβολο), είναι σημαντικό να επισημανθούν οι στάσεις και προσλήψεις των υπολοίπων πρωταγωνιστών, τόσο πριν από τη διενέργεια των εκλογών όσο και έπειτα από αυτή. Το άρθρο αυτό θα εξετάσει τη στάση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, Προέδρου της Δημοκρατίας το 1981, έναντι της εκλογικής αναμέτρησης και του αποτελέσματός της. Η εξέταση αυτή γίνεται εφικτή επειδή ο ίδιος κατέστησε διαθέσιμες τις προσωπικές σημειώσεις που κράτησε για το θέμα αυτό τον Φεβρουάριο 1982, λίγο μετά τη διενέργεια των εκλογών.

Η έναρξη μιας νέας εκλογικής εποχής

Οι εκλογές του 1981 αποτέλεσαν σταθμό στην ελληνική πολιτική Ιστορία, καθώς διαμόρφωσαν ένα νέο τοπίο εκλογικών συσχετισμών το οποίο θα διατηρηθεί επί μια τριακονταετία και θα διαφέρει ριζικά από εκείνο των προηγούμενων τριών δεκαετιών. Πράγματι, από την εκλογική νίκη του Αλέξανδρου Παπάγου το 1952 έως τις εκλογές του 1981, η νέα μορφή της Κεντροδεξιάς (την οποία σε μια πρώτη μορφή δημιούργησε ο Παπάγος με τον Ελληνικό Συναγερμό) προσέγγιζε εκλογικά, μόνη της, το 45%-50% των ψήφων, ενώ το υπόλοιπο μισό του εκλογικού σώματος διαιρείτο ανάμεσα στην Αριστερά και το Κέντρο, που είχαν τεράστιες πολιτικές διαφορές, ενώ στο μεγαλύτερο μέρος της περιόδου το ίδιο το Κέντρο ήταν πολυδιασπασμένο σε κόμματα έντονα εχθρικά μεταξύ τους. Ακόμη και στις δύο περιπτώσεις στις οποίες ο Καραμανλής είχε κερδίσει τις εκλογές με σχετικά χαμηλότερο ποσοστό (περίπου 42% το 1958 και το 1977), υπήρχε στα δεξιά του ένας άλλος πολιτικός σχηματισμός συντηρητικότερος (το 1977 φιλοβασιλικός), κάτι που σήμαινε ότι η συνολική δύναμη της Δεξιάς και πάλι προσέγγιζε το μισό εκλογικό σώμα και απλώς ήταν η έλλειψη ορατής κυβερνητικής πρόκλησης προς τον Καραμανλή –και τις δύο φορές– που έτεινε να αποσυσπειρώνει μερικώς τα ποσοστά του κόμματός του. Στο περιβάλλον αυτό και με εκλογικά συστήματα ενισχυμένης αναλογικής ή πλειοψηφικά, η Κεντροδεξιά στις διάφορες μορφές της (Ελληνικός Συναγερμός, ΕΡΕ, Νέα Δημοκρατία) βρισκόταν σε περίπου κυριαρχική θέση απέναντι σε μια πολυδιασπασμένη αντιπολίτευση. Η μόνη φορά που τούτο είχε αμφισβητηθεί ήταν στις εκλογές του 1963 και του 1964, αλλά η Ενωση Κέντρου είχε αποτύχει να διατηρήσει την ενότητά της αμέσως μετά τον θρίαμβό της το 1964.

Ασφαλώς, το 1981 το μέλλον ήταν άδηλο και η ευρύτατη εκλογική συμμαχία του ΠΑΣΟΚ καθόλου βέβαιο ότι θα διατηρείτο αλώβητη. Αυτό επιβεβαιώθηκε μόνον στις εκλογές του 1985, οπότε επανέλαβε το υψηλό του ποσοστό. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, το 1981 άρχισε μια νέα εκλογική εποχή, κατά την οποία το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε σε μια αντίστοιχα πλεονεκτική – κυρίαρχη θέση, καθώς προσέγγιζε με σχετική ευκολία το 45%-48% των ψήφων, με το υπόλοιπο εκλογικό σώμα μοιρασμένο μεταξύ της Αριστεράς και της Κεντροδεξιάς. Η «οροφή» της κεντροαριστερής ψήφου ήταν το 48% του 1981 και οι χαμηλές της επιδόσεις το 38% του 2007, ενώ η οροφή της Ν.Δ. το 47% του 1990 (έπειτα από τρεις εκλογές) και το χαμηλό το 36% του 1981 και το 33,5% του 2009. Ετσι, το ανώτατο και το κατώτατο όριο του ΠΑΣΟΚ στην τριακονταετία αυτή ήταν υψηλότερα των αντίστοιχων της Ν.Δ. Στο πλαίσιο αυτό, από το 1981 έως το 2009 και το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, το ΠΑΣΟΚ κέρδισε έξι εκλογές (1981, 1985, 1993, 1996, 2000, 2009), ενώ η Ν.Δ. μόνον τρεις (1990, 2004, 2007) και μάλιστα τις δύο οριακά (150 έδρες το 1990 και 152 έδρες το 2007). Το 1981 ήταν η καμπή που τελικά οδήγησε σε μια τριακονταετή εκλογική υπεροχή του ΠΑΣΟΚ.

Ο Πρόεδρος Κ. Καραμανλής και οι κάλπες του 1981-1
1981: Παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Κ. Καραμανλή και του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ ο Ανδρέας Παπανδρέου υπογράφει για την ανάληψη της πρωθυπουργίας. Φωτ. ΑΡΧΕΙΟ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ Α. Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

Ο Πρόεδρος Κ. Καραμανλής και οι κάλπες του 1981-2
Η ορκωμοσία του Γ. Ράλλη ενάμιση χρόνο νωρίτερα. Το εύρος της νίκης του ΠΑΣΟΚ εξέπληξε τους πάντες. Φωτ. Μ. Ν. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ «ΕΛΛΑΔΑ, 20ός ΑΙΩΝΑΣ, ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ»

Οι προβλέψεις διαψεύσθηκαν πανηγυρικά

Ο Καραμανλής –όπως και η ηγεσία της Ν.Δ.– δεν ανέμενε τη μεγάλη εκλογική επικράτηση του ΠΑΣΟΚ. Οπως αναφέρει ο ίδιος στις σημειώσεις του, «γενική πάντως ήταν η εντύπωση ότι κανένα κόμμα δεν θα εξασφάλιζε απόλυτη πλειοψηφία και ότι οπωσδήποτε η Νέα Δημοκρατία θα προηγείτο του ΠΑΣΟΚ». Βάσιζε αυτή την πρόβλεψη στη μεγάλη διαφορά των δύο κομμάτων στις προηγούμενες εκλογές (42%-25%), καθώς και (άρρητα) στη δική του αποχώρηση από την ηγεσία του κόμματος, που φαινόταν να απομακρύνει έναν βασικό λόγο για τον οποίο αρκετοί βασιλόφρονες είχαν αποστασιοποιηθεί από τη Ν.Δ. το 1977.

Με αυτά τα δεδομένα, ο Καραμανλής ανέμενε ότι θα καλείτο να παίξει σταθεροποιητικό ρόλο. Για τούτο, άλλωστε, δυσφορούσε με τη συμφωνία των Γεωργίου Ράλλη και Ανδρέα Παπανδρέου για διεξαγωγή τυπικά πρόωρων εκλογών στις 18 Οκτωβρίου: κάτι τέτοιο, όπως γράφει, του αφαιρούσε βάσει του Συντάγματος τη δυνατότητα να διαλύσει τη Βουλή επί έναν χρόνο.

Με άλλα λόγια, όπως διαφαίνεται από τις σημειώσεις του Καραμανλή, ο ίδιος, αλλά πιθανότατα και η ηγεσία της Ν.Δ., δεν είχαν αντιληφθεί αυτό που ερχόταν. Ερμήνευαν τις πιθανές εξελίξεις με βάση τις δυναμικές της προηγούμενης περιόδου (1952-1977). Επιπλέον, οι αναφορές σε αδυναμία επίτευξης αυτοδυναμίας και σε πιθανότητα νέων εκλογών, αφήνουν και ένα περιθώριο για να διατυπωθεί η υπόθεση ότι ίσως έβλεπαν την άνοδο του ΠΑΣΟΚ και ως μια «παρένθεση», κάτι στο οποίο θα διαψευστούν πανηγυρικά. Πάντως αυτή η τάση, δηλαδή ο προηγουμένως ευνοούμενος από τις εξελίξεις χώρος να μην μπορεί να διακρίνει τη δομική αλλαγή που έρχεται, εμφανίστηκε και στην περίπτωση των κεντρώων ηγετών (Σ. Βενιζέλου και Ν. Πλαστήρα) το 1950-51, όταν θεωρούσαν δεδομένο ότι το πολιτικό σύστημα θα εγγυάτο με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τη διαρκή κυβερνητική παρουσία του Κέντρου, όπως είχε συμβεί διαρκώς έως τότε, και δεν περίμεναν τη μακρόχρονη εκλογική κυριαρχία της νέας Κεντροδεξιάς που θα εγκαινίαζε ο Παπάγος.

Ο Πρόεδρος Κ. Καραμανλής και οι κάλπες του 1981-3
Θερμή χειραψία με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Αλεξάντερ Χέιγκ, υπό το βλέμμα του Πέτρου Μολυβιάτη. Φωτ. ΙΔΡΥΜΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ

Πολύπλοκη διαδικασία ελιγμών ανάμεσα στην κυβέρνηση και τον Πρόεδρο

Σε κάθε περίπτωση ο Καραμανλής σημειώνει, όχι μόνον την έκπληξη αλλά και την απογοήτευσή του από το αποτέλεσμα του Οκτωβρίου 1981, πρωτίστως επειδή το ΠΑΣΟΚ είχε εξαγγείλει μια πολιτική που θα μπορούσε να αμφισβητήσει την ένταξη της Ελλάδας στη Δύση, την οποία είχε μόλις επιτύχει ο ίδιος. Ο Καραμανλής ήταν αποφασισμένος αφενός μεν, εάν χρειαζόταν, να υπερασπιστεί αυτή την επιλογή ζωής για τη χώρα, αλλά ταυτόχρονα επιθυμούσε να αποφύγει τη σύγκρουση με το ΠΑΣΟΚ, ευχόμενος αυτό να υιοθετούσε τον δυτικό προσανατολισμό. Σε μια τέτοια περίπτωση, τόνιζε, «θα μπορούσε ίσως να αποδειχθεί γενικότερα χρήσιμη η διέλευση του κόμματος αυτού από την εξουσία». Επιπλέον, όμως, σημείωνε ότι το αποτέλεσμα των εκλογών τού είχε στερήσει σημαντικούς μοχλούς πίεσης. Αφενός γινόταν δύσκολη η προκήρυξη νέων πρόωρων εκλογών. Αφετέρου, δεν μπορούσε πλέον να απειλήσει με παραίτηση από την προεδρία και, στην ανάγκη, να κατέλθει ξανά σε νέες εκλογές που θα προκαλούνταν έτσι: και τούτο επειδή η Ν.Δ. δεν είχε πλέον τη δυνατότητα, με τους 115 βουλευτές της, να εμποδίσει την εκλογή νέου Προέδρου Δημοκρατίας, άρα και να προκαλέσει νέες εκλογές. Η μόνη απειλή που του είχε απομείνει, ανέφερε, ήταν αυτή της προκήρυξης δημοψηφίσματος. Ταυτόχρονα, πάντως, εκτιμούσε ότι, όπως ο ίδιος δεν επιθυμούσε τη σύγκρουση με το ΠΑΣΟΚ, έτσι κι εκείνο θα ήθελε να αποφύγει μια τέτοια αναμέτρηση μαζί του. Με άλλα λόγια, στο νέο σκηνικό ξεκινούσε μια πολύπλοκη διαδικασία ελιγμών ανάμεσα στην κυβέρνηση και τον Πρόεδρο.

Οπωσδήποτε ο Καραμανλής φρόντισε να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις για το ότι ο αρχηγός του κράτους αποδεχόταν έντιμα το εκλογικό αποτέλεσμα. Κάτι τέτοιο (ή η εκτίμηση, έστω, ότι κάτι τέτοιο συνέβαινε) στο παρελθόν είχε δηλητηριώδεις επιπτώσεις στο πολιτικό σύστημα. Τέσσερις ημέρες πριν από τις εκλογές, όταν πληροφορήθηκε ότι οι αρχηγοί των επιτελείων είχαν αποφασίσει να παραιτηθούν σε περίπτωση νίκης του ΠΑΣΟΚ, λόγω των αντιδυτικών του διακηρύξεων, τους αποθάρρυνε και συνέστησε να παραμείνουν στις θέσεις τους. Το ίδιο έκανε και το βράδυ των εκλογών: ο Καραμανλής διασφάλισε ότι η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων παρέμεινε στη θέση της. Το ίδιο έκανε και την επομένη με τους αρχηγούς των Σωμάτων Ασφαλείας, που επίσης είχαν αποφασίσει να παραιτηθούν. Ο Καραμανλής θεωρούσε ότι οι παρεμβάσεις του αυτές είχαν προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στη χώρα, καθώς θα μπορούσε να προκληθεί κρίση ή η εντύπωση διεθνώς ότι η δημοκρατία στην Ελλάδα δεν ήταν ασφαλής.

Η στάση του, τις πρώτες ημέρες της καθοριστικής νίκης του ΠΑΣΟΚ, ήταν ενδεικτική. Οσο κι αν εξεπλάγη (ή φοβήθηκε – αλλά αυτό δεν το λέει ρητά), ήταν αποφασισμένος να σεβαστεί το αποτέλεσμα των εκλογών και, πάνω απ’ όλα, να διασφαλίσει ότι θα ήταν σαφές σε όλους ότι το αποτέλεσμα θα γινόταν σεβαστό. Δεν απέκλειε το ενδεχόμενο μιας ρήξης με τον νέο πρωθυπουργό για ζητήματα υπαρξιακής σημασίας για τη χώρα, αλλά ευχόταν να την αποφύγει. Ο Καραμανλής είχε δημιουργήσει την πολιτειακή ομαλότητα το 1974-75, σε μια χώρα που είχε βασανιστεί από επάλληλους εσωτερικούς διχασμούς από το 1915 και ήταν αποφασισμένος αυτή την ομαλότητα να την υπερασπιστεί. Αυτό θα είναι και το κριτήριο των ενεργειών του τα επόμενα χρόνια.
 
Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, γενικός γραμματέας του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή